Amfipoli News: Οι αγαπητοί θεοί και ημίθεοι των Θρακών του Παγγαίου: Διόνυσος

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

Οι αγαπητοί θεοί και ημίθεοι των Θρακών του Παγγαίου: Διόνυσος


Πάνω στο Παγγαίο, μια θεϊκή μορφή, φωτεινή σαν ήλιος και ταυτόχρονα σκοτεινή σαν Αδης, πότε συσπασμένη από  βακχικό οίστρο, πότε ήρεμη, όπως τα φύλλα του ιερού του φυτού, του κισσού, κυριαρχούσε ανάμεσα σε θνητούς και αθανάτους. 
Ο Διόνυσος, που το Ελληνικό του επίθετο Βάκχος και το θρακικό του Σαβάζιος προέρχονται πιθανά από τελετουργικές κραυγές των πιστών του. 
Ένας ορφικός ύμνος αποκαλεί τον θεό «αγνό», γιατί τα μυστήριά του είχαν για σκοπό να εξασφαλίσουν την επιβίωση του μύστη (πιστού) και μετά θάνατον, του έδιναν δηλαδή τη δυνατότητα να ξαναγεννηθεί μετά τον θάνατό του σε κάποια άλλη ύπαρξη, αιώνια. Αυτά τα μυστήρια άρχιζαν με εξαγνιστικές τελετουργίες. 
Μέσα στα σκοτάδια της νύχτας, (Παυσανίας, Βιργιλίου Γεωργικά κ.λ.π.), ο πιστός έμενε γυμνός. 
Ο ιερέας τον έπλενε με αγιασμένο νερό, μετά τον άλειβε με πίτυρα και στο πρόσωπο τον άλειβε με γύψο κι έβαζε πάνω του νεβρίδα, δηλαδή δέρμα νεαρού ελαφιού, όπως για όλα αυτά μας λέγει ο Δημοσθένης στον Περί Στεφάνου λόγο του. 
Στη διάρκεια των δέκα ημερών που προηγούνταν της τελετουργίας αυτής, κατά τον Ρωμαίο Λίβιο, ο πιστός έπρεπε ν' απέχει από κάθε σεξουαλική σχέση κι έτσι αγνός και καθαρισμένος κι από τα προσωπικά του αμαρτήματα αλλά κι από το αρχικό αμάρτημα των Τιτάνων, (που το όνομά τους προήλθε από τη λέξη τιτανός, που σήμαινε γύψος, ασβέστης), προγόνων του ανθρωπίνου γένους, όταν αυτοί είχαν κομματιάσει τον Διόνυσο Ζαγρέα, να προσέλθει στις εξαγνιστικές τελετές και να συμμετάσχει στην ακατανόητη για τους αρχαίους Έλληνες ωμοφαγία του θυσιασμένου ζώου, στο οποίο πιστευόταν ότι ενσαρκώνεται ο Θεός, μέσα από την αυθυποβολή που προκαλούσε η ιερή μανία, (έξαψη).

Τι ακριβώς όμως ήταν αυτός ο Διόνυσος - Σαβάζιος των Θρακών, που είχε το μεγάλο μαντείο του στο Παγγαίο; 
Οι τελετές των παιδικών χρόνων του Βάκχου και ο μύθος του Λυκούργου μας ωθούν στο να πιστέψουμε, (πράγμα που γίνεται πια σήμερα γενικά αποδεκτό), ότι ο Διόνυσος του Παγγαίου ήταν αρχικά ένας θεός του κυνηγιού και της αγροτικής ζωής, ένας θεός της φύσης και της βλάστησης, που εξασφάλιζε καλές σοδειές. 
Δεν ήταν όμως ο Διόνυσος θεός του κρασιού και της κραιπάλης. Ούτε στην Ιλιάδα, ούτε στους παλιότερους ποιητές και συγγραφείς φαίνεται ο Διόνυσος να έχει τέτοια ιδιότητα. 
Την ιδιότητά του αυτή την προσέδωσαν οι Έλληνες και αργότερα οι Ρωμαίοι, αιώνες μετά την αρχική του και καθαρή λατρεία από τους Θράκες, αλλά, δυστυχώς, με το πέρασμα των χρόνων αυτή επισκίασε τις υπόλοιπες, λιγότερο ευχάριστες, αλλά πολύ περισσότερο σημαντικές ιδιότητες του μεγάλου θεού του Παγγαίου.

Ήταν, λοιπόν, η διονυσιακή λατρεία μια λατρεία με δύο πρόσωπα, ένα πρωταρχικό, πρωτόγονο πρόσωπο κι ένα μεταγενέστερο, επαναστατικό. Από τη μια βλέπουμε μια θρησκεία παραφροσύνης, ιερής μανίας, τρέλας και τρομερών τελετουργιών, (ωμοφαγία). 
Από την άλλη, όμως, βλέπουμε να υπάρχει μέσα στον βακχικό ενθουσιασμό μια άμεση εμπειρία του θείου κι επίσης ένας κανόνας εξαγνισμού και ηθικής ανύψωσης. Με τη διονυσιακή έξαρση, λέγει ο Πλάτων στον Φαίδρο του, ο άνθρωπος φθάνει στη μύηση. 
Αυτή τον απαλλάσσει από την άθλια κατάστασή του, τον κάνει να συμμετέχει στα προνόμια που παρέχει η θεότητα. 
Ο μύστης δέχεται τον θεό μέσα του, γίνεται "κατεχόμενος του θεού" όπως λέει ο ίδιος ο Πλάτων στον Ιωνα, ο ιστορικός Πορφύριος αλλά και μια επιγραφή από την Πριήνη της Μ. Ασίας.

Η μεγάλη κι εκτεταμένη, σ' όλα τα θρακικά φύλα του Παγγαίου αλλά και στους Έλληνες που ήρθαν αργότερα, λατρεία του Διονύσου - Σαβαζίου οδήγησε στη δημιουργία Διονυσιακών συλλόγων, οι οποίοι, ιδιαίτερα στην περιοχή του Παγγαίου και των Φιλίππων ήταν πολυάριθμοι και είχαν νεκρική μορφή, η οποία οφειλόταν στο ότι ο ίδιος ο Βάκχος θεωρούνταν και ήταν κυρίως ένας Θεός πέραν του τάφου. Οι άμοιροι νεκροί προσδοκούσαν απ' αυτόν την ανάσταση. Αυτός τους παρείχε τη διαβεβαίωση μιας επιβίωσης της απλής ψυχής τους, στην οποία η ιδέα του ολοσχερούς θανάτου, της παντελούς εξαφάνισης φαινόταν ανυπόφορη. Κι αυτό το αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ένα επιτύμβιο μικρού παιδιού της ρωμαϊκής εποχής, που βρέθηκε στο Δοξάτο στα μέσα του 19ου αιώνα κι αντιγράφηκε από τον Γάλλο αρχαιολόγο LEON HEUZEY μέσα στην εκκλησία, (σήμερα έχει πλέον χαθεί), το οποίο περιέχει τον σπαρακτικό θρήνο του πατέρα, ο οποίος απευθυνόμενος στο νεκρό παιδί του λέει σ' ελεύθερη μετάφραση: “Παιδί μου πράο, ενώ εμείς ταλαιπωρούμαστε από τις λύπες της ζωής, εσύ, όπως ακριβώς ζούσες έτσι θα ζεις και μέσα στα Ηλύσια Πεδία (εννοεί τον Παράδεισο των Αρχαίων). Τώρα, είτε ή στιγματισμένες χάριν του Βρωμίου (Βάκχου) νύμφες θα σε κρατούν κοντά τους μέσα σ' ανθισμένα λιβάδια, μαζί με τους σατύρους, είτε νεράϊδες με καλάθια στο κεφάλι θα σε ζητούν να πας κοντά τους, για να σέρνεις πρώτος την γιορταστική πορεία του Διονύσου με τις τελετουργικές δάδες. Γιατί έτσι αρέσει στους θεούς, να ζει με αιώνια μορφή εκείνος που αξιώνεται να λάβει την ανώτερη θεϊκή βούληση. Κι αυτή η θεϊκή βούληση δόθηκε σε σένα, που ακολούθησες τον σωστό δρόμο στη ζωή σου. Διότι δεν είναι εύκολο να ζήσει κανείς απλά στην ζωή του, όπως θα το ήθελε ο Θεός».

Απηχεί λοιπόν αυτή η επιγραφή των ρωμαϊκών χρόνων του Δοξάτου το βαθύ ηθικό περιεχόμενο της Διονυσιακής Θρησκείας του Παγγαίου και της περιοχής του μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια και κατ' επέκταση απηχεί τις αντιλήψεις των θρακικών φύλων, τα οποία, μολονότι «βάρβαρα» για τους Έλληνες, φαίνονται να ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο από τους τελευταίους για τη μέλλουσα ζωή και να είναι βέβαια για την ύπαρξή της, μια βεβαιότητα που φαίνεται από τ' ανάγλυφα που στόλιζαν τους τάφους των νεκρών τους, στα οποία, ενώ ποτέ σχεδόν δεν απεικονίζεται η μορφή αυτών των νεκρών, εν τούτοις πάντοτε απεικονίζονται τελετουργίες, (όπως το ιερό συμπόσιο) ή μορφές, (όπως ο Ήρωας Ιππέας), που έχουν σχέση με τη μέλλουσα ζωή. Είναι, δηλαδή, όλα τα επιτύμβια ανάγλυφα του Παγγαίου σύμβολα ελπίδας, ότι η ζωή δεν σταματά στον τάφο αλλ' ότι επεκτείνεται πέραν αυτού και, ίσως, αρχίζει μετά τον τάφο.

Αυτό το πνευματικό περιεχόμενο, που τόσο θυμίζει βασικές αρχές του Χριστιανισμού, αναμφίβολα δεν πρέπει να υπήρχε στην αρχαία, διονυσιακή θρησκεία αλλά μόνο στη μεταγενέστερη, εξελιγμένη μορφή της. 
Στην αρχή αυτή η θρησκεία δεν είχε άλλο σκοπό, καθώς κι όλες οι αγροτικές θρησκείες, παρά να εξασφαλίσει την ανάσταση της νεκρής κατά τον χειμώνα φυτικής και ζωϊκής ζωής. 
Πότε αυτή άρχισε να φροντίζει και για την ανάσταση των πιστών της; Δεν γνωρίζουμε. Όμως δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι η διονυσιακή θρησκεία περίμενε ως την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας για να μεριμνήσει για την ανάσταση των πιστών της. Αυτή πρέπει πολύ νωρίτερα ν' ακολούθησε το παράδειγμα του Ορφισμού. 
Η ορφική αίρεση, γεννημένη και βγαλμένη μέσα από τους κόλπους της διονυσιακής θρησκείας άσκησε με τη σειρά της τη δική της επίδραση σ' αυτή την τελευταία και της αποτύπωσε τις δικές της εσχατολογικές ανησυχίες.

Του Θόδωρου Δημοσθένους Λυμπεράκη - Δικηγόρος Καβάλας

lymperakis-theodoros.blogspot.com
Διαβάστε επίσης:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου