Amfipoli News: ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ

Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ



Ονομαστά στη μυθολογία μας άλογα είναι τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, ο Βαλίος και ο Ξάνθος, που τα ήταν το γαμήλιο δώρο του Ποσειδώνα, στον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα. Τα άλογα αυτά λέγαν πως είχαν πατέρα τον Ζέφειρο και μητέρα την Άρπυια Ποδάργη.

Η μυθική μας παράδοση λέει πως τα δυο αδέρφια θεοί, ο βασιλιάς του ουρανού Δία και ο βασιλιάς της θάλασσας Ποσειδώνας μάλωναν για τα μάτια την πανέμορφης Νηρηίδας Θέτιδας. Και οι δυο την ήθελαν για γυναίκα τους. Μα υπήρχε μια προφητεία που έλεγε πως ο γιος που θα γεννηθεί από την Θέτιδα θα γίνει πιο δυνατός από τον πατέρα του. Φοβήθηκαν, λοιπόν, να μην χάσουν την εξουσία τους και γι’ αυτό αποφάσισαν να την παντρέψουν με έναν θνητό, οπότε κανενός να μην κινδυνέψει η κυριαρχία. Κατέληξαν να την παντρέψουν με τον Πηλέα, τον γιο του βασιλιά της Αίγινας Αιακού. Ο Αιακός ήταν γιος του Δία από τον έρωτά του με την Αίγινα, την κόρη του Ασωπού, που την είχε εγκαταστήσει στο όμορφο νησί του Σαρωνικού, που πήρε το όνομά της. Επομένως ο Δίας έδωσε την Θέτιδα στον εγγονό του Πηλέα.

Ο Θηβαίος λυρικός ποιητής Πίνδαρος μας λέει έμμετρα για την συμφωνία των δύο αδερφών να παντρέψουν την θεά Θέτιδα με τον θνητό Πηλέα:

[[ Όλ᾽ αυτά των μακάρων θυμόνταν η Σύναξη,

όταν ο Δίας κι ο λαμπρός Ποσειδώνας

για το γάμο της Θέτιδας μάλωσαν,

που κι οι δυο των την ήθελαν,

δαμασμένοι απ᾽ τον έρωτα,

να την έχουν ωραία των γυναίκα.

Μα δεν τους αφήσανε οι αθάνατες

βουλές των θεών να τελειώσουν το γάμο,

όταν ακούσαν τα θέσφατα

που τους είπε η βαθύβουλη Θέμη στη μέση:

Πως ήταν γραμμένο

άρχοντα γιο να γεννήσει του πόντου η Θεά

κι απ᾽ τον πατέρα του ακόμα καλύτερο,

που θα τινάζει το χέρι του βέλος τρανύτερο

κι από τον κεραυνό

κι από την τεράστια την τρίαινα,

αν κοιμηθεί με το Δία

ή με κανένα του Δία αδερφό.

«Μα παύσετε αυτά· και κρεβάτι ας της λάχει θνητού

και το γιο της να δει σκοτωμένο σε μάχη,

γιο, που δεύτερος Άρης θενά ᾽ναι στα χέρια

κι αστραπή στα γοργά του τα πόδια.

Είναι η γνώμη μου εμένα, στον Πηλέα την τιμή

του θεοχάριστου αυτού γάμου να κάμουμε,

στον Πηλέα του Αιακού, που η χώρα, όπως λέγουν,

της Ιωλκώς ευσεβέστατο θρέφει.

Κι ας παν τα μηνύματ᾽ αμέσως

στου Χείρωνα τ᾽ άφθαρτο το άντρο,

μηδ᾽ ας βάλει ξανά του Νηρέα η θυγατέρα

της αμάχης τους ψήφους στα χέρια μας·

μα όταν θα φτάσει η ολοφέγγαρη νύχτα,

στον ήρωα ας λύσει

της παρθενιάς το χρυσό χαλινάρι».

Αυτά είπε η θεά στους Κρονίδες

και κείνοι τα δέχτηκαν μ᾽ ένα

απ᾽ τ᾽ αθάνατα βλέφαρα νεύμα

κι ουδέ χαμένος των λόγω της πήγε ο καρπός,

γιατί σύμφωνοι, λέγουν, οι δυο βασιλιάδες

της Θέτιδας το γάμο φρόντισαν μαζί.]] (Πίνδρος, “Ισθμιόνικοι”, VIII, 25- 47)

Τον γάμο αυτόν, που έγινε στο Πήλιο στην σπηλιά του Κένταυρου Χείρωνα, την τίμησαν όλοι οι θεοί. Οι Ολύμπιοι θεοί παραβρέθηκαν σε δύο γάμους θνητών, τον ένα με θεά και τον άλλο με κόρη θεών, του Πηλέα με την Θέτιδα και του Κάδμου με την Αρμονία.

Και πάλι ο Πίνδαρος σε άλλον ύμνο του γράφει:

[[ Ο Πηλέας μια ψηλόθρονη παντρεύτηκε Νηρηίδα

κι είδε να κάθονται στο στρογγυλό τραπέζι

τ’ ουρανού και της θάλασσας οι βασιλιάδες,

φέρνοντας δώρα και δύναμη γι’ αυτόν και τη γενιά του.]] (Πίνδαρος, “Νεμεόνικοι”, IV, 65- 68)

Οι θεοί έκαναν πλούσια και θαυμαστά δώρα στους νεόνυμφους. Η Αφροδίτη μια χρυσή κούπα, η Ήρα ένα χρυσοΰφαντο πέπλο, η Αθηνά τους ονομαστούς αυλού της, ο πατέρα της νύφης Νηρέας ένα κουτί σκαλιστό με χρυσό κι ελεφαντόδοντο που περιείχε αλάτι με το οποίο οι θεοί νοστίμιζαν το φαγητό τους, ο Ήφαιστος ένα σπαθί με χρυσή σκαλιστή λαβή, ο Χείρωνας το αλάνθαστο κοντάρι, ο Άρης μια πανοπλία, που την είχε φτιάξει ο Ήφαιστος στο θεϊκό του εργαστήρι, κι ο Ποσειδώνας δυο αθάνατα άλογα, τον Ξάνθο με το χρυσαφένιο τρίχωμα, στο οποίο η Ήρα είχε δώσει το χάρισμα της ανθρώπινης λαλιάς, και τον Βαλίο ή Βάλιο (παρδαλό, μπάλιο), που ήταν πολύχρωμος με πιστιλωτό τρίχωμα. Τούτα ήταν αλώβητα από τα εχθρικά χτυπήματα και τα πολυτραγούδησε ο Όμηρος. Όταν ο γιος της Θέτιδας και του Πηλέα, ο χιλιοδοξασμένος Αχιλλέας ήταν να πάρει μέρος στον Τρωικό πόλεμο, ο πατέρας του του χάρισε τα περίφημα όπλα του και τα δυο αθάνατα άλογά του να σύρουν το λαμπρό του άρμα. Με το κοντάρι του Χείρωνα και το σπαθί του Ήφαιστου έστειλε αναρίθμητο πλήθος Τρώων στον Άδη, ενώ ο Ξάνθος και ο Βαλίος με την ορμή τους σκορπούσαν τον τρόμο και σε φυγή τους στρατιώτες του Πρίαμου.

Ο Απολλόδωρος γράφει για τον γάμο της Θέτιδας και του Πηλέα:

[[ Παντρεύτηκαν λοιπόν στο Πήλιο και εκεί οι θεοί, παρευρισκόμενοι στο συμπόσιο, γιόρταζαν τον γάμο τους. Ο Χείρωνας δώρισε στον Πηλέα ένα δόρυ από μελιά και ο Ποσειδώνας δυο άλογα, τον Βαλίο και τον Ξάνθο, που ήταν αθάνατα.]] (Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη”, βιβλ. Γ΄, xiii, 5)

Ο Διόδωρος σε σωζόμενο απόσπασμα μας λέει πως τα δυο άλογα αρχικά ήσαν Τιτάνες που στην Τιτανομαχία αποστάτησαν από το στρατόπεδο των Τιτάνων και προσχώρησαν στο στρατόπεδο των Ολύμπιων θεών. Επειδή ντρεπόντουσαν για την αποστασία τους ζήτησαν να μεταμορφωθούν και οι θεοί τους έκαναν άλογα. Διαβάζουμε, λοιπόν:

[[ Ο Διόδωρος λέγει, σύμφωνα με κάποια ιστορία της μυθολογίας, ότι ο Ξάνθος και ο Βάλιος ήταν πρώτα Τιτάνες, αλλά βοήθησαν τον Δία, ο Ξάνθος σύντροφος του Ποσειδώνα και ο Βάλιος του Δία· στη μάχη αξίωσαν να αλλάξει η μορφή τους, καθώς ντρέπονταν να τους βλέπουν οι ομογενείς τους Τιτάνες, και η αξίωσή τους αυτή εισακούστηκε· είναι αυτοί που δόθηκαν στον Πηλέα. Γι’ αυτό λέει ο Διόδωρος, και ο Ξάνθος προμαντεύει τον θάνατο του Αχιλλέα.]] (Διόδωρος σικελιώτης, βίβλου 6ης αποσπάσματα, 3)

Τα άλογα που χάρισε ο Ποσειδώνας στον Πηλέα κι αυτός θα είχε δώσει κληρονομιά στον Αχιλλέα δεν ήταν γνωστά μόνο στους Αχαιούς, αλλά και στους Τρώες. Αυτά τα αθάνατα άλογα και το λαμπρό άρμα του Αχιλλέα έταξε ο Έκτορας σαν δώρο στον Δόλωνα, τον Τρώα που έστειλε να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο των Αχαιών, ώστε νε καταστρώσουν σχέδιο να το καταλάβουν. Τον συνέλαβε όμως ο Οδυσσέας κατά κακή του τύχη. Στην “Ιλιάδα” γίνεται αναφορά στην αιχμαλωσία του Δόλωνα και στην ανάκρισή του από τον Οδυσσέα και ο επικός μας ποιητής παρουσιάζει τον διάλογο του Τρωδίτη κατάσκοπου και του βασιλιά της Ιθάκης:

[[ Και ο Δόλων του απάντησε, κι οι αρμοί του ετρέμαν όλοι:

«Ο Έκτωρ μ᾽ εξεμώρανε, που εδέχθη να μου δώσει

τους ίππους και την άμαξαν την χαλκοστολισμένην,

που ανήκουν εις τον θαυμαστόν Πηλείδην Αχιλλέα,

κι επρόσταξέ με στων εχθρών το στράτευμα να υπάγω

μέσα στο βάθος της νυκτός να μάθ᾽ ό,τι συμβαίνει,

αν είναι τα καράβια σας ως πρώτα φρουρημένα,

ή τώρ᾽ από τα χέρια μας ως είσθε συντριμμένοι,

να φύγετ᾽ ήδη σκέπτεσθε και δεν σας μέλει πλέον

από τον κόπον τον βαρύν, την νύκτα να φρουρείτε».

Και του ᾽πε με χαμόγελον ο θείος Οδυσσέας:

«Τωόντι δώρα επόθησες μεγάλα εις την ψυχήν σου,

του Αχιλλέως τ᾽ άλογα· και αυτά δεν τα δαμάζει

ούτε ανεβαίνει άλλος θνητός ή μόνος ο ανδρειωμένος

Αιακίδης οπού αθάνατη τον γέννησε μητέρα.]] (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Κ΄, 390- 404)

Όταν ο Αχιλλέας θύμωσε με τον Αγαμέμνονα κι αποσύρθηκε από τις μάχες οι Τρώες αναθάρρησαν και με σφοδρή επίθεση θέλησαν να κάψουν τα πλοία των Αχαιών. Ο επιστήθιος φίλος του γιου της Θέτιδας, ο Πάτροκλος, ζήτησε από τον φίλο του την πανοπλία του και το άρμα του, ώστε οι Τρώες να νομίσουν πως ο Αχιλλέας ξαναγύρισε στον πόλεμο και να χάσουν το ηθικό τους. Πράγματι, οι Τρώες θεώρησαν πως ο γιος του Πηλέα μπήκε και πάλι στην μάχη και υποχώρησαν. Μπροστά στον θρίαμβο της νίκης ο Πάτροκλος δεν άκουσε την συμβουλή του Αχιλλέα να μην προχωρήσει μέχρι τα τείχη του Ιλίου, αλλά θέλησε να εκπορθήσει τα τείχη. Με την βοήθεια του Απόλλωνα ο Έκτορας αναγνώρισε πως πίσω από την πανοπλία του Αχιλλέα ήταν ο Πάτροκλος. Ο ίδιος ο Απόλλωνας, που υποστήριζε τους Τρώες, χτύπησε τον Πάτροκλο και τον αποτελείωσε ο Έκτορας. Τα άλογα Αχιλλέα λυπήθηκαν πολύ από τον θάνατο του Πάτροκλου κι όπως λέει ο Όμηρος θρήνησαν.

Ο επικός ποιητής παρουσιάζει τον Αχιλλέα να λέει για τ’ άλογά του που πενθούσαν τον θάνατο του αγαπημένου φίλου του:

[[ Γνωρίζετ᾽ αν οι ίπποι μου πρωτεύουν στην ανδρείαν·

αθάνατ᾽ είναι, ο Ποσειδών τούς έχει δώσει πρώτα

εις τον πατέρα μου και αυτός τους έδωκε σ᾽ εμένα.

Όθεν θα μείνω ανάμερα κι εγώ και τ᾽ άλογά μου·

ο κυβερνήτης ο αγαθός δεν τους δοξάζει πλέον,

οπού συχνά τους έλουζεν από καθάρια βρύση

και όλες τες χαίτες έραινε μ᾽ ευωδιασμένο λάδι.

Εκείνον τώρ᾽ αυτοί πενθούν, τες χαίτες των κρεμώντας

κάτω ως το χώμα, ακίνητοι στον πόνον της ψυχής των.]] (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Ψ΄, 276- 284)

Ακόμη κι ο Δίας λυπήθηκε τα αθάνατα άλογα που θρηνούσαν τον άμοιρο Πάτροκλο. Έστεκαν στο πλάι του σκοτωμένου κι από τα μάτια τους κυλούσαν μαύρα δάκρυα. Με χίλια βάσανα μπόρεσε ο ήρωας Αυτομέδοντας να τα απομακρύνει και να τα φέρει στο στρατόπεδο των Αχαιών:

[[ Αυτού εκείνοι εμάχοντο και ο σιδερένιος κρότος

στον ουρανόν τον χάλκινον βροντούσε απ᾽ τον αιθέρα

και ανάμερ᾽ απ᾽ τον πόλεμον οι ίπποι του Αχιλλέως

εκλαίγαν άμα εγνώριζαν πόπεσ᾽ ο κυβερνήτης

νεκρός από του Έκτορος την λόγχην, του ανδροφόνου.

Και όσο και αν ίδρωνε ο καλός Διωρείδης Αυτομέδων

και με την σφοδράν μάστιγα στα νώτα να τους πλήττει

και να τους κραίνει μαλακά και να τους φοβερίζει,

μήτε στες πρύμνες να στραφούν, στην άκραν του Ελλησπόντου,

μήτε κατά τον πόλεμον των Αχαιών να γύρουν

ήθελαν, και ως ασάλευτη στέκεται στήλη επάνω

στο μνήμ᾽ ανδρός ή γυναικός, ακλόνητοι κι εκείνοι

εμέναν, στο πανεύμορφον αμάξι τους ζεμένοι,

με τα κεφάλια στηρικτά στην γην· και πυρωμένα

εχύναν δάκρυα που ο καλός τούς λείπει κυβερνήτης.

Και ως απ᾽ την ζεύγλην έπεφτεν η φουντωμένη χαίτη

εις τα δυο πλάγια του ζυγού, μολύνετο εις το χώμα.

Τους είδε κι εσυμπόνεσε το κλάμα τους ο Δίας,

την κεφαλήν εκίνησε κι έλεγε μέσα ο νους του:

«Δύστυχοι, τι σας δώσαμε του σεβαστού Πηλέως

θνητού ανθρώπου, αγέραστοι και αθάνατοι όπως είσθε;

Ή για να πάσχετε και σεις με των θνητών το γένος;

Διότι θλιβερότερο του ανθρώπου δεν υπάρχει,

κανέν᾽ απ᾽ όσα εκεί στην γην κινούνται και αναπνέουν.

Αλλά ποτέ σάς ν᾽ ανεβεί και το λαμπρόν αμάξι

τον Πριαμίδην Έκτορα ποσώς δεν θε ν᾽ αφήσω,

δεν φθάνει που ᾽χει τ᾽ άρματα και τόσο δα καυχάται;

Και σας ανδρεία στα γόνατα και στην ψυχήν θα βάλω

να σώσετε απ᾽ τον πόλεμον ως εις τα κοίλα πλοία,

τον Αυτομέδοντα· ότι εγώ σ᾽ αυτούς θα αφήσω ακόμη

να σφάζουν και να δοξασθούν, στες πρύμνες ως να φθάσουν,

άμα βυθίσει ο ήλιος και τ᾽ άγιο σκότος έλθει».

Αυτά είπε κι εφύσησεν ορμήν σφοδράν στους ίππους.

Κι εκείνοι από τες χαίτες των την σκόνη αφού τινάξαν

φέραν τ᾽ αμάξι ως αστραπή στην μέσην του πολέμου·

και αν κι έκλαιε τον Πάτροκλον, εχύθη με τους ίππους

ο Αυτομέδων, ως αετός εκεί που χήνες βόσκουν·

κι εύκολ᾽ από την χλαλοήν έφευγε αυτός των Τρώων

κι εύκολα πάλι έπεφτε το πλήθος να σκορπίσει

αλλ᾽ άνδρες δεν εφόνευε κει που τους κυνηγούσε

ότι στ᾽ αμάξι μόνος του να σπρώχνει δεν εμπόρει

τους γοργούς ίππους και να ορμά στην μάχην με την λόγχην·

στο τέλος ένας σύντροφος τον είδε, ο Αυτομέδων,

που ήταν του Λαέρκεως βλαστάρι του Αιμονίδου·

στο αμάξι οπίσω εστάθηκε και προς εκείνον είπε:

«Ω Αυτομέδων, των θεών ποιος σου ᾽βαλε στα στήθη

βουλήν ολέθριαν κι έβλαψε τα ύγεια λογικά σου;

Τους Τρώας συ να πολεμείς στην πρώτην τάξιν μόνος!

και σου εφονεύθη ο σύντροφος, και ο Έκτωρ με καμάρι

τώρα στους ώμους του φορεί τα όπλα του Αχιλλέως».

Και ο Διωρείδης προς αυτόν: «Κανείς, ω Αλκιμέδων,

των Αχαιών, όσον εσύ καλός άλλος δεν είναι

να οδηγήσει την ανδρειά των αθανάτων ίππων,

μόνον ο ισόθεος Πάτροκλος όταν ακόμα εζούσε·

τώρα τον έχει ο θάνατος και η μοίρ᾽· αλλά συ λάβε

την μάστιγα και τα λαμπρά των ίππων χαλινάρια,

και κάτω εγώ θα κατεβώ πεζός να πολεμήσω».

Είπε κι εκείνος όρμησε στο γρήγορον αμάξι

κι έλαβ᾽ ευθύς την μάστιγα και ομού τα χαλινάρια.]] (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Ρ΄, 424- 482)

Κι όταν ο Αυτομέδοντας σε κάποια φάση της μάχης κινδύνεψε, τα αθάνατα άλογα με την γρηγοράδα τους τον έσωσαν:

[[ Κι ευθύς στον Αυτομέδοντα με το κοντάρι εχύθη,

που είχε άκόλουθον λαμπρόν ο ασύγκριτος Πηλείδης,

να τον κτυπήσει, αλλ᾽ έπαιρναν αυτόν οι ταχείς ίπποι,

οι αθάνατοι που οι θεοί χαρίσαν του Πηλέως.]] (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Π΄, 864- 867)

Αφού ο Αχιλλέας θρήνησε τον φίλο του Πάτροκλο και η μάνα του η Θέτιδα του έφερε καινούργια πανοπλία, μιας και την προηγούμενη την είχε πάρει ο νικητής Έκτορας, γυμνώνοντας το πτώμα του Πάτροκλου, βγήκε στον πόλεμο για να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του και να τιμωρήσει τον Έκτορα, παίρνοντας την ζωή του. Καθώς ετοίμαζαν το άρμα του, ο Αχιλλέας έπιασε κουβέντα με τα άλογά του. Τους λέει να φέρουν με την ταχύτητά τους πίσω τον ηνίοχο. Κι ο Ξάνθος παραπονείται πως στον θάνατο του Πάτροκλου δεν ευθύνεται η μικρή ταχύτητά τους αλλά το χέρι του γιου της Λητώς. Κι εκεί το άλογο ο Ξάνθος, που είχε ανθρώπινη λαλιά, του προμαντεύει πως κι ο ίδιος θα βρει τον θάνατο από το χέρι του θεού Απόλλωνα και του θνητού Πάρη. Ο Όμηρος μας λέει με τους στίχους του:

[[ Ο Αυτομέδων έζευε και ο Άλκιμος τους ίππους·

τους έζωναν με όμορφα ζυγόλουρα κι εβάλαν

στα στόματα τους χαλινούς και οπίσω προς την έδραν

τα χαλινάρια τέντωσαν· κι επάνω στο ζευγάρι

με την ωραίαν μάστιγα επήδησε ο Αυτομέδων.

Οπίσω ανέβη ολόλαμπρος ως ήλιος ο Αχιλλέας

κι εφώναξε τρομακτικά στους ίππους του πατρός του:

«Ξάνθε, Βαλίε, θρέμματα θαυμάσια της Ποδάργης,

τώρα τον κυβερνήτην σας καλύτερα σκεφθείτε

οπίσω να τον σώσετε στων Δαναών τα πλήθη

όλην αφού χορτάσομεν την δίψαν του πολέμου,

όχι ως τον Πάτροκλον νεκρόν αυτού να τον αφήστε».

Του αντείπε κάτω απ᾽ τον ζυγόν ο γοργοπόδης Ξάνθος

την κεφαλήν του κλίνοντας βαθιά και όλ᾽ η χαίτη

από την ζεύγην ξέπεσε και έφθανε στο χώμα·

φωνητικόν τον έκαμεν η Ήρα η λευκοχέρα:

«Για τώρα θα σε σώσομεν, ανδράγαθε Αχιλλέα,

αλλ᾽ είναι η ώρα σου κοντά, δεν πταίμ᾽ εμείς αλλ᾽ είναι

μέγας θεός ο αίτιος κι η ανίκητ᾽ είναι η μοίρα·

και όχι από αμέλειαν ποτέ και οκνηριά δική μας

απ᾽ τ᾽ άρματα τον Πάτροκλον εγύμνωσαν οι Τρώες·

αλλ᾽ ο εξαίσιος των θεών τον φόνευσεν, ο Φοίβος,

μες στους προμάχους κι έδωσε στον Έκτορα την δόξαν·

και του Ζεφύρου την πνοήν οπού γοργότατ᾽ είναι,

μπορούμ᾽ εμείς να φθάσομεν· αλλά και σένα η μοίρα

από θεόν και από θνητόν διόρισε να πέσεις».

Και ως είπε τούτου την φωνήν τού κόψαν οι Ερινύες.

Εβάρυνεν ο Αχιλλεύς και του ᾽πε: «Προμαντεύεις

Ξάνθε, σ᾽ εμέ τον θάνατον; Και μόνος το γνωρίζω,

ότι να πέσω εδώ μακράν των ποθητών γονέων

η μοίρα μου διόρισεν· αλλ᾽ όμως δεν θα παύσω,

πριν ή τους Τρώας αρκετά στην μάχην τρικυμίσω».

Είπε κι εκίνα με κραυγήν τα δυνατά πουλάρια.]] (Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Τ΄, 392- 424)

Μετά τον θάνατο του Αχιλλέα, τα αθάνατα άλογά του περιήλθαν δικαιωματικά στον γιο του Νεοπτόλεμο, που πήρε κι αυτός μέρος στον Τρωικό πόλεμο και που σύμφωνα με τον χρησμό η συμμετοχή του ήταν απαραίτητη για να τελειώσει με νίκη των Αχαιών.

Δημήτριος Μάρκου - Αποσυμβολισμός ελληνικής μυθολογίας

Διαβάστε επίσης:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου