Amfipoli News: Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΡΗΣΟΥ «ΚΑΛΛΙΓΕΦΥΡΟΣ ΣΤΡΥΜΩΝ»

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΡΗΣΟΥ «ΚΑΛΛΙΓΕΦΥΡΟΣ ΣΤΡΥΜΩΝ»



Τα πρώτα αδιάσειστα, αρχαιολογικά στοιχεία, για την ύπαρξη γέφυρας στον ποταμό Στρυμόνα, κατά την κλασική εποχή, παρείχαν οι ανασκαφές που διεξήγαγε ο Δ. Λαζαρίδης (Λαζαρίδης 1959, 1960, 1964, 1965, 1977α). Η ανασκαφή ακολούθησε δημόσια έργα της Νομαρχίας Σερρών το 1970, για τη διεύρυνση και το βάθος της κοίτης του ποταμού. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής, αποκαλύφθηκαν τα ερείπια μιας ξύλινης κατασκευής, στον βορειοδυτικό τομέα της αρχαίας πόλης. Τα ερείπια αυτά ταυτοποιήθηκαν από τον ανασκαφέα ως το άκρο μιας ξύλινης γέφυρας, στην ανατολική όχθη του ποταμού (Λαζαρίδης 1977α, 1978, 1997:33–7). Αντίθετα, η περιορισμένη έρευνα που πραγματοποιήθηκε τότε, στην απέναντι όχθη του ποταμού δεν παρείχε καμία σαφή απόδειξη για τα άλλα τμήματα αυτής της γέφυρας μέσα στον ποταμό και στην αντίθετη όχθη του.
Σε κάθε περίπτωση, η ανακάλυψη αυτή είναι μοναδική για την Ελλάδα και σπάνια για τον αρχαίο κόσμο. Οι ξύλινοι πάσσαλοι διατηρήθηκαν, χάρη στο υγρό περιβάλλον, κοντά στη μόνιμη ροή του ποταμού Στρυμόνα.

Μετά το έτος 2005, πραγματοποιήθηκαν εργασίες συντήρησης των ευρημάτων, υπό την ευθύνη της τότε 18ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Καβάλας), με σκοπό την ανάδειξη αυτού του μοναδικού μνημείου. Κατά τη διάρκεια των εργασιών εκείνων, κρίθηκε απαραίτητη η ακριβέστερη χρονολόγηση των διαφόρων φάσεων κατασκευής και χρήσης της γέφυρας• το εγχείρημα αυτό ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια της ραδιοχρονολόγησης.
Τα υπόλοιπα, όμως, πολύ ενδιαφέροντα, που ακολούθησαν, μπορείτε να τα διαβάσετε, σε μορφή pdf και σε αγγλική γλώσσα, στην επιστημονική ανακοίνωση, με τίτλο «RADIOCARBON DATING OF THE AMPHIPOLIS BRIDGE IN NORTHERN GREECE, MAINTAINED AND FUNCTIONED FOR 2500 YEARS», των Γιάννη Μανιάτη, Χάιδως Κουκούλη – Χρυσανθάκη, Δημητρίας Μαλαμίδου και Γεωργίου Φακορέλλη, που είναι δημοσιευμένη στo www. Academia.edu (αν κάποιος δεν μπορεί να την κατεβάσει, ας μου ζητήσει να του την στείλω στο messenger).
Εγώ, κατόπιν τούτου, σήμερα θα περιοριστώ ν’ αναρτήσω κάτι διαφορετικό από το επιστημονικό περιεχόμενο της παραπάνω ανακοίνωσης: Μια μονογραφία του PAUL PERDRIZET, με τίτλο «LA PONT D’ AMPHIPOLIS ET LA DATE DU RHESOS» (Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΡΗΣΟΥ), δημοσιευμένη το έτος 1933, στον τιμητικό τόμο «IN MEMORIA LUI VASILE PARVAN», που εκδόθηκε στο Βουκουρέστι).
Ο PAUL PERDRIZET σπούδασε στην École normale supérieure από το 1890. Από το 1893 έως το 1897 ήταν μέλος της École française d’Athènes. Πραγματοποίησε πολυάριθμα ερευνητικά ταξίδια, όπως στη Μακεδονία και τη Μικρά Ασία (1895), στην Κύπρο, τη Συρία και τη Μικρή Αρμενία (1896), στην Αγγλία (1897–98) και εκ νέου στη Μακεδονία (1899–1900). Από το 1900 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Νανσύ, αρχικά Ελληνικά, ενώ από το 1909 ήταν καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας και Ελληνικών. Από το 1919 έως το 1935 δίδαξε ως καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Από το 1923 ήταν αντεπιστέλλον μέλος και από το 1934 τακτικό μέλος της Académie des Inscriptions et Belles-Lettres. Συνέγραψε πλήθος επιστημονικών άρθρων και εργασιών, μεταξύ των οποίων και το σύγγραμμα που εξέδωσε το έτος 1910, με τίτλο «Cultes et myths du Pangee» (Λατρείες και μύθοι του Παγγαίου), το οποίο ούτε η ελληνική πολιτεία ούτε η τοπική αυτοδιοίκηση δεν φρόντισαν μέχρι σήμερα, να μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα.
Την μετάφραση της μονογραφίας του προαναφερθέντος καθηγητή αρχαιολογίας, την οποία παραθέτω στη συνέχεια, την έκανα εγώ, (όπως και αυτή του προαναφερθέντος συγγράμματός του).
Στις φωτογραφίες που αναρτώ, βλέπετε: Στην 1η, τα ίχνη της αρχαίας, ξύλινης γέφυρας, όπως φαίνονται σήμερα (πρόκειται για φωτογραφία του Τάσου Πολυχρονιάδη), στην 2η, την κοίτη του ποταμού Στρυμόνα κοντά στο σημερινό Σιδηρόκαστρο, κατά το έτος 1885, (φωτογραφία αρχείου Abdul Hamid, Istanbul Universitesi), στις 3η, 4η και 5η, τις εκβολές του ποταμού, (η υπέροχη, 4η φωτογραφία, είναι του Θανάση Γαλατίδη, οι άλλες δύο, δικές μου) και στην 6η φωτογραφία το σκίτσο της Αμφίπολης, που είχε περιληφθεί στο σύγγραμμα του COUSINÉRY, Esprit Marie «voyage dans la Macédoine, contenant des recherches sur l'histoire, la géographie et les antiquités de ce pays», που εκδόθηκε το έτος 1931. (Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνεται και στην παρούσα εργασία του Paul Perdrizet).
"Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΡΗΣΟΥ
Θα τολμούσα να πω πως δεν γνωρίζω κάποιον, που να περιέγραψε όλη τη σημασία της φράσης, με την οποία περιγράφει ο χορός των Τρώων, στον 349 στίχο του ΡΗΣΟΥ (ενν. την ομώνυμη τραγωδία του Ευρυπίδη), τον Στρυμόνα: «καλλιγέφυρος ποταμός Στρυμών». (Σημ. μεταφρ. Ο στίχος είναι ο εξής: «Πιερίς μάτηρ ό τε καλλιγέφυρος ποταμός πορεύει Στρυμών»). Αυτό το μοναδικό επίθετο μας εγγυάται ότι, τον καιρό που παιζόταν ο Ρήσος, υπήρχε η πάγκοινη άποψη (φήμη) στην Αθήνα, ότι μια γέφυρα διέσχιζε τον Στρυμόνα κι ότι αυτή ήταν ένα εξαιρετικό κατασκεύασμα. Αν, όμως, κανείς δώσει προσοχή στο επίθετο «καλλιγέφυρος», αμέσως τίθενται ερωτήματα: Πού βρισκόταν ακριβώς αυτή η γέφυρα; Πώς κατασκευάστηκε κι από ποιον; Κι αυτό το δράμα, ο ΡΗΣΟΣ, που περιέχει αυτόν τον υπαινιγμό για την γέφυρα του Στρυμόνα, που τοποθετείται χρονικά;
Όσον αφορά τη θέση της γέφυρας, κάποιος που έχει δει την περιοχή, δεν μπορεί να έχει την παραμικρή αμφιβολία: Αρκεί να θυμηθεί το σχέδιο VIII του πρώτου τόμου του συγγράμματος του Cousinery «Voyage dans la Macedoine» (εικόνα 1): Πρόκειται για μια πανοραμική άποψη της Αμφιπόλεως και του κάτω ρου του Στρυμόνα, παρμένη από την υποθετική θέση του Κερδυλλίου (1), με άλλα λόγια, από τα υψώματα της δεξιάς όχθης του ποταμού. Από την Αμφίπολη, αντίθετα προς την ροή του ποταμού άρχιζαν αμέσως τα έλη του, «το λιμνώδες του Στρυμόνος» (Θουκυδ. V,7), τα οποία οι χαρτογράφοι χρωματίζουν με μπλε χρώμα και τα ονομάζουν «λίμνη Ταχινού», ενός χωριού που κείται σε απόσταση πεντάωρης πεζοπορίας βόρεια της Αμφιπόλεως, πάνω στη δεξιά όχθη (2)
Δεν υπήρξε ποτέ, δεν ήταν ποτέ δυνατόν να υπάρξει γέφυρα πάνω στη λίμνη Ταχινού. Η οδός Θεσσαλονίκης - Σερρών διασχίζει τον Στρυμόνα από την βόρεια πλευρά της λίμνης (3). Και η σιδηροδρομική γραμμή από τη Θεσσαλονίκη για την Κωνσταντινούπολη τον περνά ακόμη πιο πάνω, κοντά στο Ντεμίρ Χισάρ (σημ. μεταφραστή: Σημερινό Σιδηρόκαστρο).
Από την αρχαία γέφυρα της Αμφιπόλεως δεν απομένει τίποτε, τουλάχιστον εμφανές. Αναμφίβολα, αυτή βρισκόταν στους πρόποδες της βόρειας πλευράς του λόφου της Αμφιπόλεως, στο σημείο όπου βρισκόταν η γέφυρα που φαίνεται στην λιθογραφία του Cousinery, καθώς και στο τοπογραφικό κροκί (πρόχειρο σχέδιο) του Leake (εικ. 2) (4)
Το 1894, όταν εγώ επισκέφθηκα για πρώτη φορά την χώρα της Αμφιπόλεως, αυτή η γέφυρα είχε αντικατασταθεί από μια σανίδα (μικρή βάρκα).
Η γέφυρα της Αμφιπόλεως είχε μεγάλη σπουδαιότητα, την οποία ο Θουκυδίδης εξηγεί πολύ καλά στο απόσπασμά του, το σχετικό με την ατυχή εκστρατεία των Αθηναίων ενάντια στον Βρασίδα. Όσο η γέφυρα παρέμενε στα χέρια των Αθηναίων, οι Λακεδαιμόνιοι είχαν φέρει τ’ άλογά τους μέχρι τον Στρυμόνα, αλλά μη μπορώντας να χρησιμοποιήσουν τη γέφυρα, για να διασχίσουν τον ποταμό, εμποδιζόμενοι, στα ανάντι αυτού από τα έλη της λίμνης, στα κατάντι από τις τριήρεις της φρουράς της Ηιόνος, δεν μπορούσαν να διασχίσουν το εμπόδιο (αυλάκι) του Στρυμόνα (5) Στα 424, κατά την προαναφερθείσα εκστρατεία, τα τείχη της Αμφιπόλεως δεν έφθαναν μέχρι τον ποταμό, η γέφυρα δεν είχε ακόμη συμπεριληφθεί στο αμυντικό σύστημα της πόλης, όπως έγινε αμέσως μετά την εξώθηση (απομάκρυνση) των Αθηναίων. Δεν υπήρχε εκεί, παρά ένα σημείο φρούρησης, το οποίο, κατά τη νυχτερινή επίθεσή του, ο Βρασίδας εύκολα εξάλειψε. (6)
Σύμφωνα με τον M. Goossens (7) τη γέφυρα της Αμφιπόλεως είχε αναφέρει κι ο Ηρόδοτος (VII, 114). Πιστεύω πως αν δούμε τα κείμενα (ενν. του Ηροδότου) πιο εμπεριστατωμένα, θα (υποχρεωθούμε να) δηλώσουμε πως δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στις γέφυρες, για τις οποίες κάνει λόγο ο Ηρόδοτος και την γέφυρα που αναφέρει ο Θουκυδίδης κι η οποία επιβεβαιώνεται (αναφέρεται) στον ΡΗΣΟ. Ο Ηρόδοτος διηγείται ότι, προκειμένου ο Ξέρξης να διευκολύνει τη διάβαση του Στρυμόνα από τον στρατό του, είχε ιδρύσει (κατασκευάσει) γέφυρες επάνω στον ποταμό. Οι Πέρσες τις βρήκαν ολοκληρωμένες (τελειωμένες), φθάνοντας στις Εννέα Οδούς. Αν θυμηθεί κανείς ότι, προκειμένου να διασχίσουν τον Βόσπορο, οι Βάρβαροι είχαν καθελκύσει (κατασκευάσει) δύο, τη μια για τους πολεμιστές και την άλλη για τις αποσκευές, (9) μπορεί να πιστέψει κι ότι έκαναν το ίδιο και στις Εννέα Οδούς. Κι αν οι Πέρσες, φθάνοντας σ’ αυτό τον οδικό κόμβο, βρήκαν εκεί δύο γέφυρες απόλυτα έτοιμες, αυτό οφείλεται στο ότι ο Ξέρξης τις είχε ετοιμάσει: Ο Ηρόδοτος το λέει καθαρά (10). Πριν, όμως, από το πέρασμα του Ξέρξη, δεν υπήρχαν γέφυρες πάνω στον Στρυμόνα, (διότι) τα θρακικά φύλα της περιοχής, οι Ηδωνοί και οι Βισάλτες, δεν είχαν ιδέα και δεν αισθάνονταν την ανάγκη τέτοιων βελτιώσεων (βελτιωτικών έργων).
Για ποιες γέφυρες επρόκειτο, άλλωστε, όσον αφορά τον στρατό του Ξέρξη; Όχι, βέβαια, για μόνιμες κατασκευές, ανθεκτικές, στέρεες.
Ούτε η διπλή γέφυρα του Βοσπόρου, ούτε αυτή του Στρυμόνα δεν κατάφεραν να επιβιώσουν από την περσική καταστροφή («λαίλαπα»). Επρόκειτο για προσωρινές κατασκευές, «σχεδίαι» (11), βάρκες τοποθετημένες η μια δίπλα στην άλλη, που ήταν περιζωσμένες με σανίδες καρφωμένες. Σχοινιά συγκρατούσαν αυτές τις βάρκες μεταξύ τους και το όλο σύστημα ήταν προσδεμένο σε πόδια βυθισμένα μέσα στις δυο όχθες, κατά τρόπον ώστε, λύνοντας το ένα από τα παλαμάρια, να μπορεί κάποιος να επαναφέρει τη γέφυρα στην αντικρινή όχθη (12). Στους Πέρσες (65-71), ο Αισχύλος περιέγραψε τις δετές (δεμένες) γέφυρες του Ελλησπόντου:
Πεπέρακεν μεν ο περσέπολις ήδη Βασίλειος στρατός εις αντίπορον γείτονα χώραν, λινοδέσμω σχεδία πορθμόν αμείψας Αθαμαντίδος Έλλας, πολύγομφον όδισμα», ζυγόν αμφιβαλών αυχένι πόντου.
Αυτά τα σχοινιά, που προσάρμοζαν (ένωναν, συγκρατούσαν) τις βάρκες μεταξύ τους, αυτά τα παλαμάρια που τις στερέωναν στις δυο όχθες, έφερναν στο νου μια σύγκριση: Οι ξύλινες γέφυρες έφερναν στο νου τον βαρύ, ξύλινο ζυγό, που συνέδεε τα σχοινιά με το τιμόνι, σε μια βοϊδάμαξα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, το να περιγράψει κάποιος μια γέφυρα φτιαγμένη από βάρκες, ήταν το ίδιο με το να πει ότι είτε ο ποταμός, είτε ο πορθμός έχουν τεθεί υπό τον ζυγό (έχουν μπει σε ζυγό). Ο Δαρείος, θέλοντας να του φτιάξουν μια γέφυρα από πλεούμενα, προκειμένου να περάσει στην Θράκη, διατάζει να θέσουν τον Βόσπορο υπό τον ζυγό, «ζεύγνυσθαι τον Θρηίκιον Βόσπορον» (Ηροδότου IV, 83). Ομοίως, στους Πέρσες, 722: μηχαναίς έζευξεν Έλλης πορθμόν.
Αυτή η σύγκριση, της γέφυρας της φτιαγμένης από βάρκες, μ’ ένα ζυγό, τον οποίο κάποιος θα μπορούσε να τοποθετήσει στον αυχένα του Βοσπόρου, ή του Ίστρου (Δούναβη), ή του Στρυμόνα, πέρασε από τον Αισχύλο στον Ηρόδοτο: Ο τραγικός ποιητής είχε πει (Πέρσαι, 71): ζυγόν αμφιβαλών αυχένι πόντου, ο ιστορικός έγραψε (IV, 118): γέφυραν ζεύξας επί τω αυχένι Βοσπόρου.
Αυτή η εικόνα ταίριαζε απόλυτα στον Βόσπορο, «το πέρασμα της Ιούς, της αγελάδας», καθώς και στους ποταμούς, τους οποίους οι Έλληνες απεικόνιζαν ως ταύρους με ανθρώπινα κεφάλια.
Για τους ναυτικούς, αυτή η εργασία ήταν εύκολη, σε σύγκριση με την κατασκευή μιας γέφυρας από βάρκες. Οι Ίωνες, οι οποίοι ήταν ναυτικοί, είχαν εξειδικευτεί θαυμάσια σ’ αυτό: Αυτοί ήταν που, στην εκστρατεία του Δαρείου ενάντια στους Σκύθες, είχαν ζέψει τον Ίστρο (Δούναβη), λίγο πιο πάνω από την κορυφή (το άνω μέρος) του Δέλτα του (13), των οποίων η γέφυρα από βάρκες έπαιξε κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτή την εκστρατεία. Ένας Ίωνας, ο Μανδροκλής από τη Σάμο, ήταν εκείνος που είχε ζέψει τον Βόσπορο, με γέφυρα από βάρκες, μέσω της οποίας ο Δαρείος είχε περάσει στην Ευρώπη. Κι εκείνη η γέφυρα του Βοσπόρου, η οποία πρέπει να είχε χρησιμεύσει ως μοντέλο, μετά από μερικούς μήνες, για την γέφυρα του Ίστρου και, είκοσι χρόνια αργότερα, για τις γέφυρες του Ξέρξη, έμοιαζε, εκείνη την εποχή, σαν ένα πράγμα τόσο απρόσμενο (εντυπωσιακό), ώστε ο δημιουργός της ν’ αφιερώσει την ζωγραφισμένη εικόνα της στη μεγάλη Θεά της πατρίδας του, την Σαμία Ήρα (14). Αν ο Ηρόδοτος αποκαλεί τον Μανδροκλή «αρχιτέκτονα», αυτό δεν σημαίνει ότι η γέφυρα του Βοσπόρου ήταν μια αρχιτεκτονική κατασκευή, με τη σημερινή σημασία της λέξης: Αρχιτέκτων, στην περίπτωση του Μανδροκλή, σημαίνει «αρχιξυλουργός». Άλλωστε, αν η λέξη «γέφυρα» έχει, όπως γίνεται δεκτό, σημιτική προέλευση (15), μας κάνει να πιστεύουμε ότι η τέχνη της κατασκευής γεφυρών από βάρκες πέρασε από τους Φοίνικες στους Ίωνες .
Όμως η γέφυρα της Αμφιπόλεως πρέπει να ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο θαυμασμός, τον οποίο μαρτυρά το επίθετο «καλλιγέφυρος» του Ρήσου, δείχνει ότι επρόκειτο για μια κατασκευή νέου είδους. Η εποχή των πέτρινων γεφυρών ξεκινούσε. Ενδεχομένως αυτή ν’ άρχισε με την γέφυρα του Στρυμόνα. Αυτό το είδος κατασκευής, (το οποίο αποδίδεται στους Ρωμαίους, διότι υπήρχε στην εποχή των Ρωμαίων, κυρίως στη Δύση), οι περισσότερες και πιο αξιοσημείωτες υλοποιήσεις) τέτοιων κατασκευών (16), όπως και όλη η ρωμαϊκή τέχνη, έχουν ελληνική προέλευση: Αυτό είναι κάτι που δεν σκέπτονται αρκετά οι ρωμαιολάτρες αρχαιολόγοι, οι οποίοι απαριθμούν «τις γέφυρες που κατασκεύασε ο Καίσαρας» (17)
Σύμφωνα με αρκετούς σοφούς, η τέχνη της κατασκευής πέτρινων γεφυρών ανάγεται (έχει τις απαρχές της) στην προελληνική περίοδο: Έχουν αναστηλώσει στα κοντινά περίχωρα των Μυκηνών, υπολείμματα γεφυρών των Αχαιών, των Πελασγών, καθ’ όσον εγώ γνωρίζω.. Στην πραγματικότητα, αυτές οι, ούτως ειπείν, γέφυρες είναι κυρίως αναχώματα (η λέξη γέφυρα στον Όμηρο σημαίνει, πράγματι, όχι τη γέφυρα με τη σημερινή έννοιά της, αλλά το ανάχωμα). Το πάνω μέρος αυτών των αναχωμάτων σχηματίζει στενή οδό. Μιαν οδό αυτού του είδους μάλλον, παρά μια γέφυρα, πρέπει ν’ αναγνωρίσει κανείς στην «γέφυρα» που κατασκεύασε το 421 π.Χ. ο αρχιτέκτονας Δημομέλης, δια μέσου των «Ρείτων» της Ελευσίνας, έτσι ώστε οι ιέρειες να μπορούν να μεταφέρουν με ασφάλεια τα ιερά αντικείμενα. Αυτή η οδός δεν είναι παρά μόνο πέντε πόδια πλατιά, ούτως ώστε να εμποδίζεται η διέλευση αμαξών πάνω απ’ αυτήν. Οι λαξευτοί λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή της, προήλθαν από την καταστροφή του αρχαίου ιερού των θεαινών της Ελευσίνας, το οποίο είχε ανεγείρει ο Πεισίστρατος και το οποίο είχαν κατακάψει οι Πέρσες. Έτσι, η γέφυρα των «Ρείτων» δεν ήταν γέφυρα, με την (σημερινή) κυριολεκτική έννοια της λέξης.
Άλλωστε, κι αυτή αναγόταν χρονικά, όπως και η γέφυρα της Αμφιπόλεως, στην ωραιότερη εποχή της Αθηναϊκής αρχιτεκτονικής. Τα μεγάλα έργα, την εκτέλεση των οποίων είχε παραγγείλει ο Περικλής και διηύθυνε ο Φειδίας, υπήρξαν ένα σχολείο, στο οποίο μαθήτευσαν (γαλουχήθηκαν) πολυάριθμοι αρχιτέκτονες. Κάποιος απ’ αυτούς ήταν εκείνος που, όπως εγώ φαντάζομαι, κατασκεύασε, χάριν της Αμφιπόλεως, την πρώτη, πέτρινη γέφυρα πάνω στον Στρυμόνα. Πώς ήταν αυτή η γέφυρα; Με ξύλινο σανίδωμα; Με καμάρες; Είναι λυπηρό που δεν γνωρίζουμε τίποτε σχετικά και είμαστε υποχρεωμένοι να περιοριστούμε σ’ αυτό που σημαίνει το επαινετικό επίθετο «καλλιγέφυρος» της τραγωδίας ΡΗΣΟΣ.
Η Αμφίπολη ιδρύθηκε το 437 π.Χ. Η γέφυρα του Στρυμόνα πρέπει να κατασκευάστηκε λίγο αργότερα. Εν πάση περιπτώσει, αυτή υπήρχε ήδη το 424 π.Χ., όταν η Αμφίπολη έφυγε από τα χέρια των Αθηναίων. Η τραγωδία ΡΗΣΟΣ, η οποία αναφέρεται στη γέφυρα του Στρυμόνα με θαυμασμό, δηλαδή σαν να πρόκειται για μια καινοτομία – διότι τα πράγματα που δεν είναι πια νέα, δεν προκαλούν πια ενδιαφέρον – ο ΡΗΣΟΣ, λέω, πρέπει να χρονολογηθεί μεταξύ του 436 και του 424 π.Χ. Παλιότερα είχα άλλη γνώμη, (εννοεί στο έργο του Cultes et mythes du Pangee = Λατρείες και Μύθοι του Παγγαίου). Είχα τότε υιοθετήσει την άποψη του Wilamowitz, που χρονολογούσε τον ΡΗΣΟ στα μέσα του 4ου αιώνα, γεγονός που με υποχρέωνε ν’ αποδέχομαι ότι υπήρχαν δύο τραγωδίες μ’ αυτό το όνομα, η μία εκείνη της οποίας το όνομα περιλαμβάνεται στον κατάλογο των έργων του Ευρυπίδη κι η οποία δεν σώθηκε και η άλλη, που έφθασε μέχρι τις μέρες μας, αλλά δεν ήταν έργο του Ευρυπίδη. Τελικά επιφυλάχθηκε για τον Ελληνιστή M. Roger Goossens το προνόμιο ν’ αποδείξει ότι ο ΡΗΣΟΣ είχε γραφτεί από τον Ευρυπίδη, τότε που στην Αθήνα αναρωτιούνταν, όχι χωρίς ανησυχία, αν ο Βασιλιάς των Θρακών Σιτάλκης θα σεβόταν τις συμβατικές υποχρεώσεις του κι αν θα προσέτρεχε σε βοήθειά τους. Θα ήμουν ευτυχής, αν μπόρεσα να παράσχω ένα επιπλέον επιχείρημα, που να ενισχύει την άποψη του M. Roger Goossen".
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
"(1) Θουκυδίδη, V, 6-10. Δείτε Cousinery, όπου παραπάνω, Ι, σελ. 119, 132-136, BCH, XVIII (1894), σελ. 431.
(2) Cousinery, όπου παραπάνω, Ι, σελ. 136. Σύμφωνα με τον Παπαγεωργίου, («Αι Σέρραι», Byz. Zeit., (1894), σελ. 81, το πραγματικό όνομα θα ήταν «Αχινός».
(3) «Ο δρόμος φθάνει σε μια μεγάλη, στέρεη, ξύλινη γέφυρα, την οποία ο Ισμαήλ μπέης, κυβερνήτης των Σερρών, (2ο μισό του 18ου αιώνα), κατασκεύασε, λίγο πριν το θάνατό του, όπως και μιαν ακόμη, σε μικρή απόσταση από την πρώτη», (δείτε Cousinery, όπ. παρ., Ι, σελ. 146). Κοντά στις εκβολές του Στρυμόνα, περάσαμε με μια βάρκα, τοποθετημένη εκεί για την εξυπηρέτηση της μεγάλης οδού (από την Ισταμπούλ στη Θεσσαλονίκη, την ίδια που έπαιρναν οι ταχυδρόμοι της Αυτού Υψηλότητος). Οι Τούρκοι έδωσαν σ’ αυτό τον τόπο το όνομα Tchai – Aghese, (=Τσάγεζι), που σημαίνει «το στόμιο του ποταμού». Εκεί μπορεί κανείς να δει ένα ερείπιο που φέρει το όνομα «τελωνείο». Λένε ότι ο Ισμαήλ μπέης ήταν εκείνος που επέβαλε αυτή την φορολόγηση, για τη συντήρηση των γεφυρών του Στρυμόνα» (δείτε Cousinery, όπ. παρ., Ι, σελ. 121). Ο Heuzey το 1861 (δείτε Cousinery, όπ. παρ., Ι, σελ. 165) κι εγώ ο ίδιος το 1894 βρήκαμε το Tchai azi στην ίδια κατάσταση μ’ εκείνη που το είχε δει ο Cousinery την εποχή του Λουδοβίκου 16ου. Η θέση του ταυτίζεται με αυτήν της Ηιόνος, για την οποία δείτε το περιοδικό Klio X (1910) σελ. 9. Εν συντομία, στα βόρεια της λίμνης Ταχινού υπήρχαν, στα χρόνια των Τούρκων, δύο γέφυρες: Αυτή προς τα ανάντι (προς το πάνω μέρος) του ποταμού χρησιμοποιούνταν τον χειμώνα, εκείνη προς τα κατάντι (προς το κάτω μέρος) χρησιμοποιούνταν το καλοκαίρι, όταν τα έλη ήταν εν μέρει αποξηραμένα.
(4) Ο συνταγματάρχης Leake, Βρετανός πράκτορας (υπάλληλος) στην Τουρκία, μελέτησε την τοπογραφία αυτών των περιοχών, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Εκπλήττεται κανείς που ο M. Jorga αμφιβάλλει για τη γνώση αυτού του συγγραφέα, του οποίου η φήμη είναι δικαιολογημένη (Rev. Hist. Du S. europ., IX, 1932, σελ. 387). Το τοπογραφικό σχέδιο που εμείς παραθέτουμε εδώ είναι αυτό του Leake (Travels in the Northern Greece, III, σελ. 191). Ο Hirschfeld το αναπαρήγαγε στο άρθρο του «Amphipolis» στο Pauly - Wissowa (Ι, 1950).
(5) Θουκυδίδη, IV, 108: μέχρι μεν του Στρυμόνος ήν πάροδος τοις Λακεδαιμονίοις, της δε γεφύρας μη κρατούντων, άνωθεν μεν μεγάλης ούσης επί πολύ λίμνης του ποταμού, τα δε προς Ηιόνα τριήρεσι, τηρουμένων ουκ αν δύνασθαι παρελθείν.
(6) Θουκυδίδη, IV, 103: αποστάντες των Αθηναίων (οι Αργίλιοι) εκείνη τη νυκτί κατέστησαν τον στρατόν (ενν. του Βρασίδα) προς έω επί την γέφυραν του ποταμού. Απέχει δε το πόλισμα πλέον της διαβάσεως, και ου καθείτο τείχη ώσπερ νυν, φυλακή δε τις βραχεία καθειστήκει.
(7) L’ Antiquite classique (1932), σελ. 99.
(😎 VII, 114: επορεύοντο κατά τας γεφύρας, τον Στρυμόνα ευρόντες εζευγμένον.
(9) VII, 114: διέβαινον κατά μεν την ετέρην των γεφυρέων την προς του Πόντου ο πεζός τε και η ίππος άπασα, κατά δε την προς το Αιγαίον τα υποζύγια και η θεραπήιη.
(10) VII, 114: προσετέτακτο και τον Στρυμόνα ποταμόν ζεύξαντες γεφυρώσαι.
(11) Αισχύλου, Πέρσαι, 69. Ηροδότου ΙV,88, 89, 97.
(12) Ηροδότου ΙV, 139.
(13) Ηροδότου, IV, 89 επόμ.
(14) Ηροδότου, IV, 87-88.
(15) Στην πραγματικότητα, η σημιτική καταγωγή της λέξης «γέφυρα» δεν γίνεται αποδεκτή από τους «Σημιτιστές» (ενν. τους ασχολούμενους με τον σημιτικό πολιτισμό) (H. Lewy, Die setitische Fremdvorter im Griechischen, Βερολίνο, 1895, σελ. 250).
(16) Οι γέφυρες του Rimini, της Alcantara κλπ., στην Ανατολή η γέφυρα της Αντιόχειας επί του Ορόντη και η γέφυρα του Aizani της Φρυγίας, επί του Ρυντάκου (ποταμού)..
(17) Βίκτωρος Ουγκό, La legend des siecles Q Le petit roi de Galice, IX".











Διαβάστε επίσης:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου