Ο αρχαιολόγος Σωτήρης Δάκαρης, έχοντας μελετήσει τις αρχαίες πηγές, ανέσκαψε το σημείο μεταξύ 1958-1964 και 1976-1977. Η ανασκαφή, σε έκταση περίπου τριών στρεμμάτων, έφερε στο φως ένα πολυδαίδαλο συγκρότημα με υπόγειους διαδρόμους, θαλάμους και αποθηκευτικούς χώρους. Για τον Δάκαρη, τα στοιχεία αυτά ενίσχυαν την άποψη ότι το οικοδόμημα λειτουργούσε ως σκηνογραφία μύησης, δημιουργώντας στον επισκέπτη την αίσθηση μιας τελετουργικής καθόδου στον Άδη.

Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλοι με αυτή την ερμηνεία. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Ντίτβουλφ Μπαατς υποστήριξε ότι το συγκρότημα ίσως ήταν οχυρωμένη αγροικία ή στρατιωτικό φυλάκιο της ελληνιστικής εποχής. Τη θεωρία του στήριξε, μεταξύ άλλων, σε μεταλλικά εξαρτήματα που πιθανόν ανήκαν σε καταπέλτες και όχι σε τελετουργικά όργανα, όπως πίστευε ο Δάκαρης.

Η περιήγηση στον χώρο

Η είσοδος του αρχαιολογικού χώρου οριοθετείται από την επιβλητική πολυγωνική τοιχοποιία. Μπροστά της ανοίγεται μια θέα που μοιάζει να συμπυκνώνει όλη τη γεωγραφία του μύθου: η κοιλάδα του Αχέροντα, η Πάργα και ο ορίζοντας που σβήνει στο πέλαγος.

Οι προς μύηση περνούσαν την ίδια πύλη από την οποία εισέρχονται σήμερα οι επισκέπτες. Δίπλα υπήρχαν σκοτεινές αίθουσες για τη διαμονή ιερέων και πιστών, όπου ξεκινούσε η προετοιμασία με ειδική διατροφή. «Κάτι σαν τα δικά μας μνημόσυνα. Έτρωγαν χοιρινό κρέας, όστρακα, γάλα, κρασί, μέλι και δημητριακά. Και έτσι άρχιζε η ψυχική προετοιμασία», ανέφερε η αρχαιολόγος. Σε αυτό το πρώτο στάδιο, όπως πρόσθεσε, οι ιερείς φρόντιζαν και για τα ανταλλάγματα της μύησης, ενώ η διάρκεια της παραμονής των πιστών παραμένει άγνωστη.

Στη συνέχεια οι πιστοί μεταφέρονταν σε δωμάτια του βόρειου διαδρόμου. Εκεί υπήρχε λουτρό καθαρμών, ενώ το απόλυτο σκοτάδι αποτελούσε μέρος της εμπειρίας. Η διατροφή γινόταν αυστηρότερη και περιλάμβανε ωμά κουκιά, τα οποία συνδέονται με παραισθησιογόνες ιδιότητες. «Από τα κουκιά, τον ιερέα να ψέλνει διαρκώς και το απόλυτο σκοτάδι, αρχίζεις να προετοιμάζεσαι ότι θα δεις τους νεκρούς», είπε χαρακτηριστικά η Δήμητρα Δρόσου.

Φεύγοντας από αυτό το στάδιο, οι μυημένοι πετούσαν πίσω τους έναν αποτρόπαιο λίθο. Ο σωρός που δημιουργήθηκε σώζεται μέχρι σήμερα. «Είναι η “μαύρη πέτρα” που λέμε ακόμη», εξήγησε η αρχαιολόγος. Από εκεί και πέρα άρχιζε η συμβολική κάθοδος στον κόσμο των σκιών, η αναζήτηση χρησμών ή μιας συνάντησης με τα αγαπημένα πρόσωπα που είχαν χαθεί.

Οι ιερείς οδηγούσαν τους πιστούς μέσα από σκοτεινούς διαδρόμους και υπόγειες αίθουσες, που σήμερα διατηρούνται περίπου στο ύψος ενός ανθρώπου. Οι τοίχοι ήταν χτισμένοι χαμηλά με πέτρα για προστασία από την υγρασία, ενώ η ανωδομή αποτελούνταν από πήλινα τούβλα που δεν διασώθηκαν.

«Το σόου, το χάπενινγκ», όπως είπε χαριτολογώντας η ξεναγός μας, κορυφωνόταν στο κέντρο του ιερού, σε έναν τετραγωνισμένο πύργο με τοίχους πάχους 3,5 μέτρων. Σύμφωνα με την ερμηνεία του Δάκαρη, στο εσωτερικό υπήρχαν κρυφοί διάδρομοι από όπου κινούνταν αθέατοι οι ιερείς, χτυπώντας κύμβαλα και δημιουργώντας ήχους. Μέσα από καπνούς, αιωρούμενα υφάσματα και μηχανισμούς ανύψωσης εμφανιζόταν το «πνεύμα» που απαντούσε στις ερωτήσεις των μυημένων. Έπειτα το ταξίδι τελείωνε: οι πιστοί έφευγαν με την αίσθηση ότι είχαν επικοινωνήσει με τον κόσμο των νεκρών και το ιερό συνέχιζε να συντηρείται από τις προσφορές τους.

Η κρύπτη της σιωπής

Όμως το πιο επιβλητικό σημείο του Νεκρομαντείου, η υπόγεια κρύπτη λαξευμένη στον φυσικό βράχο, ήταν άβατο για τους περισσότερους. Η κατασκευή -στην οποία πιθανολογείται ότι είχαν πρόσβαση μόνο οι ιερείς- διατηρείται σε εξαιρετική κατάσταση και μεταφέρει ακόμη κάτι από τη μυστηριακή ατμόσφαιρα του χώρου. Ο θάλαμος, ύψους 3,25 μέτρων, καταλήγει στον λαξευμένο βράχο, όπου οι φυσικές ρωγμές δημιουργούν την αίσθηση συνέχειας πέρα από αυτόν, σαν να πρόκειται για πύλη προς έναν άλλο κόσμο. Πιθανόν, όπως σημειώνεται στην ειδική έκδοση του Υπουργείου Πολιτισμού για το Νεκρομαντείο, να αντικατέστησε την προϊστορική σπηλιά του αρχικού πυρήνα της λατρείας, η οποία θεωρούνταν το σκοτεινό ανάκτορο του Άδη και της Περσεφόνης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και πρόσφατη μελέτη μηχανικών ήχου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία η ακουστική του χώρου προσομοιάζει με σύγχρονους θαλάμους ηχογράφησης: ο ήχος εγκλωβίζεται στις καμάρες και σχεδόν εξαφανίζεται.

«Αν κάποιος κατέβαινε εδώ με κλειστά μάτια», είπε η αρχαιολόγος, «στην αρχή θα νόμιζε ότι βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο. Μετά θα καταλάβαινε ότι δεν ακούγεται τίποτα. Ούτε φύλλα, ούτε αέρας. Μόνο απόλυτη σιωπή. Και μέσα σε αυτήν αρχίζεις να ακούς τον ίδιο σου τον οργανισμό: την καρδιά σου, την ανάσα σου».

Είναι ίσως το μοναδικό σημείο του Νεκρομαντείου όπου ο μύθος παύει να μοιάζει αφηρημένος. Εκεί, μέσα στη σιωπή της πέτρας, αντιλαμβάνεται κανείς πως ολόκληρο το οικοδόμημα είχε σχεδιαστεί ώστε να επηρεάζει τις αισθήσεις, να διαστέλλει τον χρόνο και να οδηγεί τον επισκέπτη σε μια εμπειρία οριακή, ανάμεσα στον φόβο, την πίστη και την υποβολή.

Από τη μεταβυζαντινή μονή στην οθωμανική κούλια

Η διαδρομή στον αρχαιολογικό χώρο συνεχίζεται με ένα άλμα δύο χιλιάδων χρόνων, στον 16ο αιώνα. Εκεί βρίσκεται η Μονή Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου Λυκούρεσης, που λειτούργησε έως το 1958, όταν ξεκίνησαν οι ανασκαφές. Πρόκειται για έναν μονόχωρο ξυλόστεγο ναό με αγιογραφίες λαϊκής τέχνης του 1740, σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή.

Δίπλα της στέκει η ανακαινισμένη κούλια, η οχυρή κατοικία του Οθωμανού φεουδάρχη. Στους χώρους του κτηρίου του 1810 παρουσιάζονται ευρήματα από τις ανασκαφές, αντικείμενα και στοιχεία της καθημερινής ζωής στην περιοχή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Από τον όροφο, ο ελαιώνας απλώνεται ως τον ορίζοντα – αιωνόβια δέντρα που φύτεψαν οι Βενετοί, όταν ήταν κυρίαρχοι της περιοχής, της Πάργας και του κάστρου της.

Η ξενάγηση τελειώνει στο ίδιο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε, αφήνοντας όμως την αίσθηση πως ο επισκέπτης έχει διασχίσει κάτι βαθύτερο από μια απλή περιήγηση σε έναν αρχαιολογικό χώρο. Είναι δύσκολο αυτή η καταβύθιση στον κόσμο των αρχαίων μυστηρίων να μην αγγίξει ακόμη και το πιο ορθολογικό μυαλό.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό μυστήριο του Νεκρομαντείου: όχι αν οι αρχαίοι μιλούσαν πράγματι με τους νεκρούς, αλλά το ότι, έπειτα από τόσους αιώνες, ο τόπος, η ιστορία, η αρχαιολογία και ο μύθος συνεχίζουν εδώ να συνυπάρχουν χωρίς σαφή όρια. Και ίσως γι’ αυτό ο λόφος πάνω από τον Αχέροντα εξακολουθεί να γοητεύει χιλιάδες ανθρώπους κάθε χρόνο: επειδή εξακολουθεί να ψιθυρίζει στον επισκέπτη πως κάπου εδώ τα σύνορα ανάμεσα στον μύθο, τη μνήμη και την ανάγκη του ανθρώπου να νικήσει τον θάνατο παραμένουν ακόμη ανοιχτά.