Στην αρχαιότητα ο άνθρωπος ζούσε σε άμεση σχέση με τη φύση, από την οποία εξαρτιόταν η ίδια του η επιβίωση.
Η εναλλαγή των εποχών, η πορεία του Ήλιου και των άστρων, οι βροχές και οι άνεμοι καθόριζαν τον βλαστικό κύκλο και, κατ’ επέκτασιν, την καλλιέργεια της γης που εξασφάλιζε τα αναγκαία προς το ζην.
Γι’ αυτό και οι εορτές των θεών και των πόλεων ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με τον ρυθμό της φύσεως και την ιερή περιοδικότητα του χρόνου.
Σήμερα ο άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από αυτή τη βιωματική σχέση με τον φυσικό κόσμο.
Όπως παρατηρούσε ο Carl Gustav Jung, όσο αυξάνεται η επιστημονική γνώση, τόσο ο κόσμος τείνει να απογυμνώνεται από το συμβολικό του περιεχόμενο και να γίνεται απρόσωπος. Ο άνθρωπος αισθάνεται απομονωμένος, επειδή έχει χάσει τη συναισθηματική και ασυνείδητη ταύτισή του με τα φυσικά φαινόμενα.
Αυτή την εποχή του έτους, η αρχή του θέρους συμπίπτει με το θερινό ηλιοστάσιο, όταν ο Ήλιος φθάνει στο υψηλότερο σημείο της πορείας του και η ημέρα αποκτά τη μέγιστη διάρκειά της. Για τους αρχαίους, η στιγμή αυτή δεν ήταν απλώς ένα αστρονομικό γεγονός, αλλά μία ιερή καμπή του χρόνου, μία κορύφωση του φωτός.
Η λέξη «θέρος» απαντά ήδη στον Όμηρο («οὔτ᾽ ἐν θέρει οὐδ᾽ ἐν ὀπώρῃ») και δηλώνει τη θερμή εποχή. Από την ίδια ρίζα συνδέεται και με τον θερισμό, δηλαδή τη συγκομιδή των ώριμων καρπών. Το θέρος είναι συγχρόνως εποχή θερμότητας και εποχή ωρίμανσης, η ολοκλήρωση ενός κύκλου και η αρχή ενός νέου.
Στον βλαστικό κύκλο που αντανακλάται στα Ελευσίνια Μυστήρια, αυτή είναι η εποχή κατά την οποία θερίζεται το ιερό φυτό της Δήμητρος, το στάχυ.
Ο εποχικός κύκλος των εορτών της θεάς αρχίζει με το όργωμα και τη σπορά περίπου εννέα μήνες πριν και συνεχίζεται με τη βλάστηση, την άνθηση, το καλάμωμα, την πλήρωση και την ωρίμανση του κόκκου, τον θερισμό, το αλώνισμα και το λίχνισμα.
Ο Ήλιος ολοκληρώνει το έργο της Γης, ωριμάζοντας το θερισμένο κριθάρι και το σιτάρι, ώστε να μεταβληθούν σε άρτο, δηλαδή σε φορείς ζωής.
Για την αρχαία μυσταγωγική σκέψη, ο κύκλος αυτός δεν αποτελούσε απλώς μία αλληλουχία γεωργικών εργασιών, αλλά μία εικόνα των αοράτων νόμων της ζωής. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η διάρκεια από τη σπορά έως τη συγκομιδή προσεγγίζει τους εννέα μήνες, όσους και η ανθρώπινη κύηση. Ο ίδιος αριθμός κατέχει εξέχουσα θέση στην ελευσίνια παράδοση, αφού η Δήμητρα περιπλανήθηκε επί εννέα ημέρες αναζητώντας την Περσεφόνη, ενώ και τα Μεγάλα Μυστήρια διαρκούσαν εννέα ημέρες.
Στην πυθαγόρεια παράδοση, η εννεάδα θεωρείται αριθμός τελειώσεως και πληρότητας, καθώς ολοκληρώνει έναν κύκλο πριν από τη γέννηση ενός νέου. Έτσι, οι εννέα μήνες της ανθρώπινης κυήσεως, οι εννέα ημέρες της αναζητήσεως της Κόρης και οι εννέα ημέρες της μυσταγωγίας αντανακλούν έναν κοινό συμβολισμό. Όπως ο σπόρος κυοφορείται στα βάθη της γης μέχρι να αναδυθεί στο φως, έτσι και ο άνθρωπος καλείται να διανύσει μία περίοδο εσωτερικής κυήσεως και μεταμορφώσεως.
Η μύηση δεν ήταν απλώς μετάδοση γνώσεων, αλλά μία δεύτερη γέννηση. Ο μύστης, αφού αποθέσει τον παλαιό άνθρωπο, αναγεννάται σε μία νέα κατάσταση υπάρξεως. Όπως ο σπόρος πεθαίνει μέσα στη γη και αναδύεται ως νέος βλαστός, έτσι και ο άνθρωπος καλείται να γνωρίσει τη δική του εσωτερική αναγέννηση.
Στην Αθήνα και στους αγρούς της Αττικής, ο κύκλος αυτός αντανακλάται στις εορτές των Θεσμοφορίων, των Προηροσίων, των Χλοαίων, των Ανθείων, των Καλαμαίων και τέλος των Σκίρων. Το πρώτο και το τελευταίο της σειράς ήταν τα σημαντικότερα, διότι σηματοδοτούσαν την αρχή και την ολοκλήρωση του κύκλου των σιτηρών.
Τα Σκίρα ή Σκιροφόρια τελούνταν κατά τον μήνα Σκιροφοριώνα και συνδέονταν με το αλώνισμα της νέας σοδειάς. Αφού καθαρίζονταν τα αλώνια, άρχιζε το αλώνισμα και το λίχνισμα των καρπών, εργασίες που απαιτούσαν ηλιόλουστο ουρανό και σταθερούς ανέμους. Τα «σκίρα», πιθανώς οι λευκοί αλεσμένοι κόκκοι της νέας κριθής, έδωσαν το όνομά τους στην εορτή.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Σκίρων ήταν ότι συνέδεαν τη Δήμητρα και την Αθηνά, τις δύο μεγάλες θεές της γονιμότητας και της σοφίας, με τον αρχαίο ήρωα Ερεχθέα. Η πομπή ξεκινούσε από την Ακρόπολη προς το Σκίρον υπό τη σκιά του μεγάλου λευκού σκιάδιου, συνοδεία της ιέρειας της Αθηνάς, του ιερέως του Ποσειδώνος και του λεγόμενου ιερέως του Ήλιου.
Η αναφορά αυτή δεν φαίνεται να αφορά μία ανεξάρτητη ηλιακή λατρεία, αλλά τον Δία Ύπατο, του οποίου ο βωμός βρισκόταν πλησίον του ιερού του Ερεχθέως. Το επίθετο «Ύπατος» φανερώνει τον Ήλιο στην ανώτατη θέση του, ενώ το ποιητικό όνομα Υπερίων εκφράζει την ηλιακή πληρότητα του θερινού ουρανού.
Κατά την ίδια εποχή τελούνταν τα Πλυντήρια και τα Καλλυντήρια προς τιμήν της Αθηνάς. Όπως καθαρίζονταν τα ιερά αντικείμενα της θεάς, έτσι καθαρίζονταν και τα αλώνια, προετοιμάζοντας τη μετάβαση από τον θερισμό στη νέα ζωή.
Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η ολοκλήρωση αυτού του κύκλου συμπίπτει με το θερινό ηλιοστάσιο, όταν ο Ήλιος φανερώνεται στην πληρότητα της δύναμής του. Για την Ελληνική παράδοση, το φως δεν είναι απλώς φυσικό φαινόμενο, αλλά σύμβολο της αλήθειας, της γνώσεως και της παρουσίας του θείου. Ο ορατός ήλιος είναι εικόνα του αοράτου και νοητού Φωτός.
Όπως ο Ήλιος ωριμάζει τους καρπούς της γης, έτσι και το φως του Νου ωριμάζει τους καρπούς της ψυχής. Το αλώνισμα και ο διαχωρισμός του καρπού από το άχυρο συμβολίζουν τη διάκριση του ουσιώδους από το περιττό. Ο άνθρωπος καλείται να αποβάλει ό,τι είναι φθαρτό και να διατηρήσει τον αληθινό καρπό της υπάρξεώς του.
Για τον Πλάτωνα, το Αγαθό είναι εκείνο που παρέχει την αλήθεια στα νοούμενα, όπως ο ήλιος παρέχει το φως στα ορατά. Για τους νεοπλατωνικούς, και ιδιαίτερα για τον Πρόκλο και τον αυτοκράτορα Ιουλιανό, ο ορατός Ήλιος αποτελεί εικόνα του νοητού Ηλίου, του Απόλλωνος, της νοερής πηγής του φωτός, της αρμονίας και της ζωής.
Έτσι, η κορύφωση του φωτός κατά το θερινό ηλιοστάσιο αντανακλά την ολοκλήρωση της εσωτερικής πορείας του ανθρώπου. Το θέρος γίνεται όχι μόνο εποχή θερισμού, αλλά και καιρός φανερώσεως. Και όπως ο σπόρος αναδύεται από τα βάθη της γης για να αντικρίσει το φως, έτσι και ο άνθρωπος, αφού ολοκληρώσει τη μυστική κυοφορία της ψυχής, γεννάται εκ νέου σε μία ανώτερη κατάσταση υπάρξεως.
Ίσως γι’ αυτό οι μύστες της Ελευσίνας αντίκριζαν στο ταπεινό στάχυ όχι μόνο την υπόσχεση της τροφής, αλλά και το σύμβολο της αθανασίας. Διότι, όπως ο σπόρος επιστρέφει στη γη για να γεννηθεί πάλι, έτσι και η ψυχή, αφού διανύσει τον κύκλο της γενέσεως και της φθοράς, καλείται να ανέλθει προς το άδυτο και αείζωο Φως, εκεί όπου η ζωή, η σοφία και το θείο συνυπάρχουν σε αδιάσπαστη ενότητα.
Μυσταγωγία - Μυθαγωγία - Φυσιολατρία


Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου