Amfipoli News
















Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Λίμνη Αχινού: Ο χαμένος υδάτινος κόσμος που έγινε ο κάμπος των Σερρών



  Για δεκαετίες, η λίμνη του Αχινού αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους φυσικούς σχηματισμούς της Μακεδονίας. Ένας απέραντος υδάτινος κόσμος που εκτεινόταν στη νοτιοανατολική πεδιάδα των Σερρών, διαμορφώνοντας το τοπίο, την οικονομία και την καθημερινότητα ολόκληρης της περιοχής.

Σήμερα, ελάχιστοι μπορούν να φανταστούν ότι εκεί όπου απλώνονται καλλιέργειες, αρδευτικά κανάλια και αγροτικοί δρόμοι, υπήρχε κάποτε μια τεράστια λίμνη με έλη, καλαμιώνες και μικρές νησίδες. Η λίμνη του Αχινού , γνωστή και ως λίμνη Ταχινού – κάλυπτε μεγάλη έκταση από την περιοχή της Κερκίνης έως την Αμφίπολη και τις εκβολές του Στρυμόνα, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα της Βόρειας Ελλάδας.

Ιστορικές πηγές συνδέουν τη λίμνη με την αρχαία Κερκινίτιδα λίμνη, η οποία αναφέρεται ήδη από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η γεωγραφική της θέση έδινε στρατηγική σημασία στην περιοχή, καθώς λειτουργούσε ως φυσικός διάδρομος επικοινωνίας και μεταφορών προς την Αμφίπολη και το Αιγαίο.

Η λίμνη δημιουργήθηκε πριν από χιλιάδες χρόνια από τις αποθέσεις και τα νερά του Στρυμόνα, σχηματίζοντας έναν αβαθή αλλά ιδιαίτερα εκτεταμένο υγροβιότοπο. Η περιοχή φιλοξενούσε πλούσια πανίδα, ψάρια και αποδημητικά πουλιά, ενώ οι κάτοικοι των γύρω οικισμών ζούσαν για χρόνια από την αλιεία και τις δραστηριότητες γύρω από το νερό.

Ωστόσο, μαζί με τη φυσική ομορφιά, η λίμνη συνδέθηκε και με σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας. Τα εκτεταμένα έλη και τα στάσιμα νερά ευνοούσαν την εξάπλωση της ελονοσίας, η οποία μάστιζε επί δεκαετίες τους πληθυσμούς της περιοχής.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εγκατάσταση χιλιάδων προσφύγων στον Νομό Σερρών, η ανάγκη για καλλιεργήσιμη γη έγινε επιτακτική. Έτσι, τη δεκαετία του 1930 αποφασίστηκε η αποξήρανση της λίμνης, σε ένα από τα μεγαλύτερα εγγειοβελτιωτικά έργα που έγιναν ποτέ στη Βόρεια Ελλάδα.

Το έργο ξεκίνησε το 1931 και ολοκληρώθηκε το 1936 από την αμερικανική εταιρεία Ulen, με τεράστιες τεχνικές παρεμβάσεις στον Στρυμόνα και στο υδρολογικό σύστημα της περιοχής. Με βυθοκόρους, αποστραγγιστικά κανάλια και νέα κοίτη του ποταμού, τα νερά της λίμνης απομακρύνθηκαν σταδιακά και στη θέση της δημιουργήθηκε ο σημερινός εύφορος κάμπος των Σερρών.

Η αποξήρανση άλλαξε οριστικά τον χαρακτήρα της περιοχής. Από τη μία πλευρά εξασφαλίστηκαν χιλιάδες στρέμματα παραγωγικής γης και περιορίστηκε δραστικά η ελονοσία. Από την άλλη, χάθηκε ένας μοναδικός φυσικός και ιστορικός υγροβιότοπος που είχε συνδεθεί με τη ζωή των Σερραίων επί αιώνες.

Σήμερα, τα ίχνη της λίμνης του Αχινού παραμένουν ζωντανά μόνο μέσα από παλιούς χάρτες, αφηγήσεις, ιστορικές μαρτυρίες και σπάνιο φωτογραφικό υλικό. Οι γεωμορφολογικές αλλοιώσεις του εδάφους κοντά στη Μαυροθάλασσα και τον παλιό ρου του Στρυμόνα θυμίζουν ακόμη ότι εκεί υπήρχε κάποτε μια «εσωτερική θάλασσα» της Μακεδονίας.

Η ιστορία της λίμνης Αχινού δεν αποτελεί απλώς μια ξεχασμένη σελίδα του παρελθόντος. Είναι κομμάτι της ιστορικής ταυτότητας των Σερρών και μια υπενθύμιση της βαθιάς σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και τις μεγάλες αλλαγές που διαμορφώνουν έναν τόπο μέσα στον χρόνο.


Καθημερινός Παρατηρητής
Διαβάστε Περισσότερα...

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα

  Θησαυροί της αρχαίας ελληνικής τέχνης καταστραφήκαν και λεηλατήθηκαν, όπως είναι γνωστό, από Ρωμαίους, Φράγκους σταυροφόρους, από τον Ενετό στρατηγό Μοροζίνι και από τον Άγγλο (Σκώτο για την ακρίβεια) Έλγιν.  

Peulle, CC BY-SA 4.0 <https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0>, via Wikimedia Commons

Εξίσου μεγάλη καταστροφή επήλθε από περιηγητές και απεσταλμένους μουσείων, πανεπιστημίων και βασιλιάδων της Ευρώπης, που ήλθαν στην Ελλάδα στους χρόνους της τουρκοκρατίας, για να αποθησαυρίσουν νομίσματα, χειρόγραφα, επιγραφές και έργα τέχνης.
 
Όλους αυτούς υπέρβαλε σε απληστία και σε καταστροφές που προκάλεσε στους προγονικούς θησαυρούς της Ελλάδας ο αββας Michel Fourmont (1690/1746), ο οποίος ξεπερνάει και τον Έλγιν όσον αφορά στο βάναυσο τρόπο της καταστροφής των μνημείων, που κυριολεκτικά αφάνισε, αλλά και στον απίστευτο αριθμό των αρχαιοτήτων που κατάστρεψε.   

Ronny Siegel, CC BY 3.0 <https://creativecommons.org/licenses/by/3.0>, via Wikimedia Commons

O αββας Michel Fourmont, απεσταλμένος του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IE’με την εντολή να συλλέξει βυζαντινά χειρόγραφα και άλλες αρχαιότητες, που θα ήταν εύκολο να μεταφερθούν στο Παρίσι. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1729, συνοδευόμενος από τον ανιψιό του, Ο αββάς Fourmont έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και εφοδιάστηκε με φιρμάνι του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’, με το οποίο αποκτούσε το δικαίωμα να ερευνήσει και να μελετήσει όσους αρχαιολογικούς χώρους ήθελε στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πρώτος σταθμός του υπήρξε η Αθήνα, όπου έμεινε πέντε μέρες. Έπειτα πήγε στην Πελοπόννησο και μέσω Μεγαλοπόλεως έφτασε στον Μυστρά, όπου οι δημογεροντία τον υποδέχτηκε σαν φιλέλληνα. Τις πρώτες μέρες της παραμονής του εκεί, ανακάλυψε εντοιχισμένα στο μεσαιωνικό τείχος ενεπίγραφα αρχαία βάθρα.

Peulle, CC BY-SA 4.0 <https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0>, via Wikimedia Commons

Αμέσως, με δέκα εργάτες, τα “ξήλωσε” από την αρχική τους θέση. Έπειτα βρέθηκαν στο τείχος των Παλαιολόγων είκοσι ακόμη κομμάτια ενεπίγραφων λίθων, που είχαν την ίδια με τα προηγούμενα τύχη. Αμέσως ο Fourmont προσέλαβε άλλους πενήντα εργάτες.

Επί 53 συνεχώς μέρες δεν άφησε στην κυριολεξία “λίθον επί λίθου” στον Μυστρά, στην Σπάρτη και στις Αμύκλες. Κατεδαφίζοντας και σκάβοντας, ανακάλυψε 300 επιγραφές τις οποίες αντέγραψε, διάφορα ανάγλυφα, αναθήματα και μικροτεχνήματα τα οποία αποκόμισε στην πατρίδα του.

Ο ίδιος ομολογεί σε χειρόγραφο του, που σώζεται μαζί με το ημερολόγιο του, ότι συγκέντρωσε πάνω από 1.500 επιγραφές στην περιήγηση του το 1729 στην Ελλάδα. Σε επιστολή του προς τον κόμη Maurepas, o Fourmont καυχιέται ότι κατέστρεψε(!) τις επιγραφές, για να μην αντιγραφούν από μελλοντικό περιηγητή!!! (…)(…)  

Peulle, CC BY-SA 4.0 <https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0>, via Wikimedia Commons

 
Όσα γραφεί ο fourmont για την καταστροφή που έκανε στη Σπάρτη εξηγούν και τη σπανιότητα των αρχαιοτήτων σήμερα στη φημισμένη πόλη.
 
Σημειώνει λοιπόν ο αββας τα εξής απίστευτα: “επί 30 μέρες και πλέον 30, 40 και 60 εργάτες εκθεμελιώνουν, καταστρέφουν, εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου υπολείπονται 4 μονό πύργοι να καταστρέψω… Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε (αποτείνεται στο Maurepas) τι χαρά δοκιμάζω(!).

Αλλά να η Μαντινεία, η Στυμφαλία, η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα και η Ολυμπία αξίζουν την εκ βάθους εκθεμελίωση. (!!!!!!!!!) Έκανα πολλές πορείες αναζητώντας αρχαίες πόλεις αυτής της χωράς και έχω καταστρέψει μερικές. Ανάμεσα τους την Τροιζήνα, την Ερμιόνη, την Τύρινθα (tyrins στο χειρόγραφο αντί tiryns), τη μισή ακρόπολη του Άργους, τη Φλιασιά, το Φενέο…  

Εισέδυσα στη Μάνη. Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι;”.

Ronny Siegel, CC BY 3.0 <https://creativecommons.org/licenses/by/3.0>, via Wikimedia Commons

 
Και πιο κάτω: “η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κατέσκαψα. Δεν θέλω να αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από του να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ανακαλύψεις τα ονόματα των εφόρων, των γυμνασιαρχών, αγορανόμων, φιλοσόφων, γιατρών, ποιητών, ρητόρων, διάσημων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τους νόμους του Λυκούργου. Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν. Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά.”
 
Για την Τροιζήνα αναφέρει: “γκρέμισα ότι απέμεινε από τα οχυρά και τους ναούς της.”. Και με απίστευτη αφέλεια ομολογεί: “από τους περιηγητές που προηγήθηκαν δεν θυμάμαι να τόλμησε κανείς να κατεδαφίσει πύργους και άλλα μεγάλα κτίρια! Εγώ δεν μοιάζω με αυτούς που τρέχουν από πόλη σε πόλη για ιδούν. Πρέπει να παίρνω χρήσιμα πράγματα”.

Και πώς δικαιολογείται; Στις 20 Απριλίου 1730, ο Fourmont γράφοντας στον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Βιλλενεβέ, δικαιολογεί τους βανδαλισμούς του στην Σπάρτη σαν εκδίκηση, από την κακή απέναντί του συμπεριφορά των Μανιατών: ” Βρίσκομαι σε έναν φοβερό τόπο, στην περίφημη Μάνη. Κακός λαός και είμαι ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο, τίποτα για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω, για να εκδικηθώ αυτό το σκλυλολόι, ρίχτηκα πάνω στην αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτα από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την ανασκάλεψα, την ξεθεμελίωσα, δεν έμεινε λίθος επί λίθου”, και συνεχίζει: ”Την ισοπέδωσα λοιπόν με κάθε επισημότητα. Και αυτό προκάλεσε το θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Έλληνες λύσσαξαν και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι. Είμαι ήσυχος, πολύ περισσότερο γιατί απόκτησα από το ταξίδι μου πράγματα ικανά να βοηθήσουν και να θαμπώσουν όλους τους σοφούς”.

Peulle, CC BY-SA 4.0 <https://creativecommons.org/licenses/by-sa/4.0>, via Wikimedia Commons

 
Παρανοϊκός; ημιμαθής; φανατικός εχθρός του αρχαίου πνεύματος; δεν ξέρει κανείς την ακριβή απάντηση. Ίσως λίγο από όλα.Το βέβαιο ωστόσο είναι πως η καταστροφή που προκάλεσε είναι κολοσσιαία και σ’ αυτήν οφείλεται η εξαφάνιση της αρχαίας Σπάρτης, της Τροιζήνας και της Ερμιόνης.
 
Σύμφωνα με τα στοιχεία, που ο ίδιος δίνει, μόνο στη Σπάρτη πλήρωσε 1.200 ημερομίσθια για το γκρέμισμα των μνημείων και των κτιρίων που σώζονταν ακόμη. Ανατριχιάζει κανείς με τη σκέψη ότι θα μπορούσε ο Fourmont να μεταφέρει το βαρβαρικό μένος στην Ολυμπία, που την επίσκεψη της μάλιστα είχε προγραμματίσει. Αλλά ανακλήθηκε, ευτυχώς, στη Γαλλία λίγο αργότερα. (…)
 
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί πως τα χειρόγραφά του, τα ημερολόγια και οι επιγραφές βρίσκονται στη Βασιλική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι.  

Ακολουθούν εικόνες από τα ημερολόγια του:

 

1. Η πεδιάδα του Άργους με καταγεγραμμένες τις πόλεις και τα χωριά που έψαχνε

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα
thessalonikiartsandculture

 

2. Ένα από τα πολλά ενεπίγραφα από τη Σπάρτη. Σκίτσο από το βιβλίο σημειώσεων του αββά

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα
thessalonikiartsandculture

 

3. Αποτύπωση αγάλματος δαφνοστεφανωμένου νέου.

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα
thessalonikiartsandculture

 

4. Βάθρο Λακεδαιμονίων καταγεγραμμένο στο βιβλίο του ιδίου πριν την καταστροφή του αντικειμένου

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα
thessalonikiartsandculture



5. Σκίτσο του Σουλτάνου Αχμέτ Γ’ στο βιβλίο σημειώσεών του.

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα
thessalonikiartsandculture

 

6. Χάρτης της περιοχής της αρχαίας Σπάρτης.

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα
thessalonikiartsandculture

 

7.Το εξώφυλλο ενός βιβλίου σημειώσεων του.

Πως εξαφανίστηκε η Αρχαία Σπάρτη; Μια απίστευτη βαρβαρότητα
thessalonikiartsandculture

Δείτε την ψηφιακή απεικόνιση της Αρχαίας Σπάρτης:

Διαβάστε Περισσότερα...

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

ΤΙ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ?



Σύμφωνα με όσα καταδεικνύουν οι πήλινες πινακίδες της Βαβυλώνας φίλοι μου, που έφερε στο φως κατά το 1910 εκεί ο Γερμανός αρχαιολόγος Rombert Koldewey (1855-1925), και φιλοξενούνται σήμερα στο Μουσείο του Λονδίνου, γίνεται φανερό, σύμφωνα με το περιεχόμενο του «Χρονικού της Αραβίας» (BCHP 2) που ανήκει στα «Χρονικά της Ελληνιστικής Περιόδου», πως όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην Βαβυλώνα και διάβηκε τον Τίγρη ποταμό, οι μάγοι του είπαν πως δεν έπρεπε να μπει από την κύρια είσοδο του κάστρου, επειδή τον περίμενε ο θάνατος. Έτσι λοιπόν οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν με δώρα σε κάποια από τις δευτερεύουσες Πύλες της Βαβυλώνας, η ακριβής ονομασία της οποίας ήταν Μεγάλη Πύλη. [παργρ. 9]. Ωστόσο, μολονότι διενεργήθηκε αυτού του είδους ο στρατηγικός ελιγμός εκ μέρους του Αλεξάνδρου, δεν υπήρξε διόλου ευτυχής, εξαιτίας του πληθωρισμού που επικρατούσε κατά την επίμαχη περίοδο, καθώς είχε εκτινάξει τις τιμές των τροφίμων στα ύψη, με αποτέλεσμα ο λιμός να αποτελεί ένα βασανιστικό καθημερινό κοινωνικό φαινόμενο, γεγονός που οδήγησε τον Αλέξανδρο να καταφύγει προσωρινά στην περιοχή Teyma της Β.Δ. Αραβίας.

Πέραν τούτου, διαμέσου της μελέτης ενός Χρονικού που αποκαλείται «Το θραύσμα του Αλέξανδρου και του Αρταξέρξη (BCHP 4)», συνάγεται το συμπέρασμα πως είχε προηγηθεί οικονομική κατάρρευση του κράτους, με αποτέλεσμα οι Εβραιο-Χαλδαίοι τραπεζίτες που ζούσαν εκεί ως αιχμάλωτοι αρχικά από την εποχή του βασιλιά Ναβουχοδονόσορα (6ος αι. π.Χ.) να δημεύσουν τις ιδιοκτησίες όλων των ανθρώπων, και μολονότι ο Αλέξανδρος διενήργησε άρση των δημεύσεων, εκείνοι αρνούνταν πεισματικά να εκτελέσουν τις αποφάσεις, βασιζόμενοι στη νομοθεσία του βασιλιά Χαμουραμπί. Και πράγματι φίλοι μου, εκτός από τον ναό του Βάαλ που λειτουργούσε ως Πανεπιστήμιο και Τράπεζα, συμπεριλαμβάνονταν και δυο ιδιωτικοί Τραπεζικοί Οίκοι, οι ιδιοκτήτες των οποίων ήταν Εβραιο-Χαλδαίοι. Επρόκειτο για τον Τραπεζικό Οίκο «Μurousu & Sons», ο οποίος είχε ισχυροποιηθεί σημαντικά στην εμπορική ζωή της Βαβυλώνας, πραγματοποιώντας σημαντικές συναλλαγές, ιδιαίτερα στις αγοραπωλησίες οικοπέδων μεγάλης έκτασης. Η έδρα του βρισκόταν στην πόλη Νιππούρ (νοτίως της Βαβυλώνας) και είχε υποκαταστήματα σε 200 περιοχές της πρώην Περσικής αυτοκρατορίας. Ο δεύτερος Τραπεζικός Οίκος ονομάζονταν «Igimbi», ο οποίος κατά το έτος 575 π. Χ. είχε γνωρίσει αρκετά μεγάλη ακμή, αλλά χρεοκόπησε κατά την εποχή του Αλεξάνδρου, όπως και όλες οι υπόλοιπες τράπεζες ναοί εν προκειμένω. Οι τράπεζες αυτές, σύμφωνα με όσα αναφέρει η Petra Eisele στο βιβλίο της «Βαβυλώνα» (εκδ. Κονιδάρη 1987), προσέφεραν σχεδόν όλες τις υπηρεσίες που προσφέρουν και σύγχρονες τράπεζες, όπως η έκδοση επιταγών, η αποταμίευση, η έκδοση πιστωτικών εγγράφων και η Βαβυλωνιακή εκδοχή του χαρτονομίσματος που ήταν ένα είδος πήλινης πλάκας. Οι πολίτες της Βαβυλώνας φύλαγαν τις πλάκες σαν τα μάτια τους, όπως φυλάγουν οι σύγχρονοι δανειολήπτες τα διάφορα νομικά ή πιστωτικά συμβόλαια, έγγραφα κ.τ.λ., προκειμένου να είναι διασφαλισμένοι νομικά απέναντι στους πιστωτές και τις τράπεζες.

Όταν όμως φίλοι μου έφυγε ο Αλέξανδρος για να συνεχίσει τις κατακτήσεις του στα βάθη της Ασίας, και ο Άρπαλος καταχράστηκε το θησαυροφυλάκιο της Βαβυλώνας, αυτό το περιστατικό στάθηκε αφορμή ώστε να τον μιμηθούν αρκετοί τοπικοί διοικητές και να αρχίσουν τις παντός είδους λεηλασίες. Ακόμα κι όταν επέστρεψε ο Αλέξανδρος, η χαώδης κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, γεγονός που οφείλονταν και στην οικονομική ανέχεια του ιδίου, καθώς είχε προβεί αλόγιστα σε παντός είδους χορηγίες και σπατάλες. Πέραν τούτου η επίσκεψη στο Αραβικό βασίλειο της Teyma φαίνεται πως δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα, με αποτέλεσμα, όπως φανερώνει και «Το θραύσμα του Αλέξανδρου και του Αρταξέρξη» (BCHP 4), να βάλει τους στρατιώτες του να ξαναχτίσουν τον παλιό κατεστραμμένο ναό του Βάαλ, προκειμένου να λειτουργήσει ως αυτόνομη κρατική τράπεζα για λογαριασμό του Αλεξάνδρου, πράγμα που θεωρήθηκε ανοσιούργημα στα μάτια όλων των τραπεζιτών, επειδή η χρεοκοπία θεωρήθηκε ως μια τεράστια προσβολή, που αμαύρωνε όλους τους «Τραπεζικούς ναούς της ευχαρίστησης» των θεών της Βαβυλώνας.

Με γνώμονα το σκεπτικό πως οι Εβραιο-Χαλδαίοι τραπεζίτες που χρεοκόπησαν ολοκληρωτικά εξαιτίας της άρσης των δημεύσεων, και της εξαναγκαστικής επιστροφής των περιουσιών στους ιδιοκτήτες τους, αποζητούσαν απεγνωσμένα εκδίκηση, ερευνώντας «Το Χρονικό του Αλεξάνδρου» (BCHP 1), διαπιστώθηκε ότι είχε ενορχηστρωθεί ένα ευφάνταστο σχέδιο δολοφονίας εις βάρος του, το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής γιορτής προς τιμήν του Bêl στη Βαβυλώνα, και το οποίο ξεκίνησε με την επίσκεψη ενός ανθρώπου χειμωνιάτικα στο γραφείο του Σατράπη, ο οποίος χαρακτηρίζονταν ως γιος του Bêl, και είχε εμφανιστεί εκεί, προκειμένου να φέρουν σε πέρας κάποιο κακό που είχε σχεδιάσει για το βασιλιά.

Ο Σατράπης του ανωτέρου κειμένου δεν ήταν άλλος από τον γνωστό σε όλους Μαζαίο· ο οποίος μετά την ήττα του Περσικού στρατού στα Γαυγάμηλα, υποχώρησε με τα υπολείμματα των δυνάμεών του στη Βαβυλώνα, οπότε όταν έφθασε ο Αλέξανδρος εκεί, αναγκάστηκε μεν να του ανοίξει τις πύλες και να του παραδώσει την πόλη, αλλά και να διοριστεί σατράπης της Βαβυλώνας δε. Ως αναφορά τον άνθρωπο που αποκαλείται στο κείμενο με την ονομασία : Γιος του Bêl, αυτός, δεν ήταν άλλος παρά ο Εβραιο- Χαλδαίος ιερέας Bel-apla-iddin, ο οποίος, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Ασσυριολόγων ταυτίζονταν με τον ιερέα Βηλεφάντη, που είχε απαγορεύσει τον Αλέξανδρο να εισέλθει στην Βαβυλώνα, επειδή οι οιωνοί ήταν καταστροφικοί. Διαπιστώθηκε επίσης πως τόσο ο ίδιος, όσο και ο πατέρας του διατηρούσαν συχνή αλληλογραφία με την Εβραϊκή τράπεζα των Υιών Igimbi που είχε χρεοκοπήσει. Γεγονός που καθιστά τον Βηλεφάντη ή Bel-apla-iddin υπ’ αριθμόν ένα υπαίτιο της υπόθεσης που μας απασχολεί.

Ως αναφορά τώρα τις εορταστικές εκδηλώσεις που αφορούσαν το φεστιβάλ του Bel, (Αkitu στα Ακκαδικά), σχετίζονταν με την Εαρινή Πρωτοχρονιά και το Πάσχα των Εβραίων της Βαβυλώνας, διαρκούσαν 7 ημέρες και διαδραματίζονταν εθιμοτυπικά προς τιμήν του θεού Bel (Marduk), κατά τη διάρκεια των οποίων έπεφταν οι ταξικοί φραγμοί. Βάση του εθιμοτυπικού τελετουργικού πληροφορούμαστε ότι ο εκάστοτε βασιλιάς έπρεπε να λάβει μέρος οπωσδήποτε στη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, διαφορετικά, εάν δεν εμφανίζονταν για οποιονδήποτε λόγο, η απουσία του θεωρούνταν μεγάλη κακοδαιμονία, επειδή οι εκδηλώσεις ματαιώνονταν, με ολέθρια αποτελέσματα για το κράτος.

Επειδή οι αρχαίοι συγγραφείς φίλοι μου παρουσιάζουν τον Αλέξανδρο να διενεργεί τριπλή θυσία στους μιαρούς θεούς της Βαβυλώνας, εννοώντας ανθρωποθυσία στην πραγματικότητα, έχοντας την εκτίμηση πως ο Αλέξανδρος δεν θα τολμούσε ποτέ να θυσιάσει τελετουργικά έναν αθώο άνθρωπο, για να μην έρθει σε ρήξη με το τοπικό ιερατείο, προς άρση κάθε υπόνοιας περί του αντιθέτου, παρουσιάζω εδώ το περιεχόμενο της εμπρόσθιας όψης από «Το χρονικό των ερειπίων του Εsagila» (BCHP 6-BM32248), το οποίο παρουσιάζει στην 6η γραμμή τον Αλέξανδρο να αντικαθιστά τον προς θυσία υποκατάστατο βασιλιά με ένα λευκό βόδι.

Στη συνέχεια αναφέρεται ότι μετά το πέρας των φαντασμαγορικών εκδηλώσεων του Νέου Έτους όλοι οι θεοί επιβιβάζονταν πάνω σε λαμπροστολισμένα πλοιάρια, προκειμένου να διενεργήσουν μια περιήγηση της πόλης κατά μήκος του Ευφράτη ποταμού, έχοντας σε τιμητική θέση αυτό που μετέφερε το άγαλμα του κορυφαίου θεού Nabû, που συνοδεύονταν από τον ίδιο τον βασιλιά͘ ( τον Αλέξανδρο εν προκειμένω). Τέλος όλα τα αγάλματα επέστρεφαν στους ναούς που ανήκαν και ο εορτασμός έληγε την ίδια ημέρα.

Αναζητώντας απαντήσεις στα βασανιστικά ερωτηματικά που αφορούν τον θάνατο του Αλεξάνδρου, διαπιστώθηκε ότι λίγη ώρα αργότερα, μετά τη θυσία του ταύρου στο ναό του Esagila, ακολούθησε δεξίωση στην αυλή του κοντινού πύργου Εtemenaki, όπου εκεί βρισκόταν και τα γραφεία του συμβουλίου του ναού, πρόεδρος (šatammu) του οποίου ήταν κάποιος Bel-ussur, (Ακκαδικά Bel-re'ušunu). Ερευνώντας την προσωπικότητα του ατόμου αυτού, με έκπληξη διαπίστωσα ότι η ταυτότητα του Bel-ussur αναφέρεται από τον Αλέξανδρο Πολυΐστωρα (100-75 π.Χ), τον Τατιανό (120-190 μ.Χ.) και τον Αθήναιο (τέλη 2ου μ.Χ. αι.), οι οποίοι πιστοποιούν πως κατά την εποχή του Αλεξάνδρου υπήρχε ένας ιερέας του Marduk που ονομάζονταν Βήρωσσος (περίπου 350-270 π.Χ.), ο οποίος ήταν ο πλέον διάσημος αστρολόγος της Βαβυλώνας, και είχε τιμηθεί στο Γυμνάσιο του Πτολεμαίου στην Αθήνα εκ μέρους της ελληνικής διανόησης για την επαλήθευση της προφητείας θανάτου του Αλεξάνδρου.

Αν και δεν διαθέτουμε σαφή εικόνα της δεξίωσης φίλοι μου, το πιθανότερο είναι να πρόσφερε ο Βήρωσσος ένα ποτήρι κρασί στον Αλέξανδρο, μέσα σε κάποιο χρυσό σκεύος που είχε σχήμα κατσίκας. Εικασία που πηγάζει από το γεγονός ότι βρέθηκαν πάρα πολλά τέτοιου είδους αγγεία μέσα στα ζιγκουράτ, τα οποία ονομάζονταν «τακούκ» (ρυτά), και τα οποία χρησιμοποιούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων κατά τη διάρκεια των τελετουργιών, τις χοές, ή για την πόση διάφορων υγρών. ΄Ωπως αποδεικνύεται εκ των γεγονότων που ακολούθησαν, το κρασί που του προσφέρθηκε πρέπει να περιείχε ρανίδες αίματος από το κουφάρι του αποδιοπομπαίου τράγου, που είχε θυσιαστεί μέσα στο ναό, και το οποίο είχε επιλεγεί να νοσεί εξεπίτηδες προφανώς στα αρχικά στάδια της βρουκέλλωσης ή μελιταίου πυρετού, προκειμένου να μην προκληθούν υποψίες στον Αλέξανδρο και στον κοινωνικό του περίγυρο. Και πράγματι αυτή η νόσος αποτελεί μία από τις πλέον θανατηφόρες ασθένειες των αιγοπροβάτων και των βοοειδών μέχρι και σήμερα, προερχόμενη από εαρινές μαστίτιδες που ταλαιπωρούν τους πληθυσμούς των ζώων. Στον άνθρωπο η νόσος προκαλεί πυρετό, νυκτερινή εφίδρωση, πονοκεφάλους, οσφυαλγία, σωµατική αδυναµία, ρίγη και κόπωση. Επιπλέον είναι δυνατόν να προσβληθεί ως κι αυτό το κεντρικό νευρικό σύστηµα, με αμετάκλητα αποτελέσματα. Ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει εµβόλιο κατά της βρουκέλλωσης που προσβάλλει τους ανθρώπους και μόνον η έγκαιρη διάγνωση της ασθένειας αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά, καθώς σε διαφορετική περίπτωση επέρχεται ο θάνατος.

Ομολογουμένως οι συμπτώσεις είναι πάρα πολλές για να είναι τυχαίες, καθώς παρατηρούμε ότι ο Αλέξανδρος ένοιωσε πάρα πολύ έντονο πόνο στην κοιλιά και τον θώρακα, ύστερα από βαρύ φαγητό και οινοποσία, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει εμετός, ρίγος και πυρετός. Την δεύτερη ημέρα αισθάνθηκε εξάντληση, αλλά παρόλα αυτά επιδόθηκε εκ νέου στην οινοποσία, παρότι ο πυρετός συνέχιζε να τον ταλαιπωρεί, όπως και ο πόνος στην κοιλιά. Ανάλογα συμπτώματα είχε και τις υπόλοιπες ημέρες και όπως λένε οι εφημερίδες της εποχής ο βασιλιάς μισοκοιμόταν στο λουτρό. Όταν ξύπνησε πήγε διακινδυνεύοντας την υποτροπή της υγείας του στο συμπόσιο που είχε παραθέσει ο Μήδιος, όπου και διημέρευε. Επιστρέφοντας στο παλάτι, μολονότι είχε ισχυρό πυρετό ξαναλούστηκε κι αφού έφαγε, ήπιε και πολύ κρασί, με αποτέλεσμα τη νύχτα ο πυρετός να χειροτερέψει ακόμα περισσότερο, ώσπου τελικά απεβίωσε μέσα σε συνθήκες υστερίας και πανικού, μια μέρα σαν και τη σημερινή.

Τα συμπεράσματα δικά σας.

ΦΙΛΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΜΒΑΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Διαβάστε Περισσότερα...

Μια άγνωστη εκστρατεία των αρχαίων Ελλήνων στην Ινδία

 


Του Γιώργου Λεκάκη

Για τον Καύνο και την Βυβλίδα, παιδιά της Μιλήτου, λέγονται διάφορα.

Η Βυβλίς (ή/και Βύβλη) ήταν θυγατέρα του Αστερίου – άρα και αδελφή του Μιλήτου και του Καύνου.[1]

Όταν ο Καύνος ήταν πολύ νέος ακόμη, ηγήθηκε του πολέμου των Καρών κατά των Ινδών στην Ινδία! Αυτη ήταν η 3η γνωστή εκστρατεία των αρχαίων Ελλήνων στην Ινδία (μετά του Διονύσου και του Ηρακλή), και πολύ πριν τα Τρωικά. Αυτή πλούτισε την πατρίδα του και έκαμε τον ίδιο περιζήτητο γαμπρό – τόσο που τον ερωτεύθηκε και η ίδια του η αδελφή!

Κατά την κρατούσα άποψη, η Βυβλίς ήταν δίδυμη αδελφή του Καύνου, τον οποίο και ερωτεύθηκε. Εκείνος όμως την αρνήθηκε. Τότε εκείνη έχυσε τόσα δάκρυα, που… πνίγηκε στα δάκρυά της! – έκφραση που μας έχει μείνει παροιμιώδης! Κι απ’ τα πολλά της δάκρυά της γεννήθηκε μια πηγή, στην οποία μεταμορφώθηκε η Βυβλίς. Και η πηγή έκτοτε έφερε τ’ όνομά της: Βυβλίδα / Βιβλίδα Πηγή, που πράγματι έρεε νερό σαν τα δάκρυα της κόρης… Πλάι στην δακρυρροούσα πηγή ιδρύθηκε μεγαλοπρεπής ναός της θεάς Βυβλίας Αφροδίτης, να σηματοδοτεί τον έρωτα… Ο ναός αυτός εικονιζόταν και στα νομίσματα της Βύβλου, ως σήμα κατατεθέν της…

Two sides of an ancient coin showing a central triangle with grape clusters on both sides; a museum artifact.

Κατ’ άλλην εκδοχή, ο Καύνος ερωτεύθηκε την Βυβλίδα, ένοιωσε μια ακατανίκητη ερωτική επιθυμία γι’ αυτήν. Μετά από αναρίθμητες προσ­πάθειες, απέτυχε να προκαλέσει σ’ αυτήν ανάλογα συναισθήμα­τα. Και επειδή δεν έληγε το πάθος του, για να μην προχωρήσει ο δεσμός, που θα έφερνε μεγάλη συμφορά, εγκατέλειψε την χώρα του και αυτοεξορίσθηκε. Περιπλανήθηκε μακριά και εγκαταστάσθηκε κάπου αλλού στην Καρία. Αλλά μόλις έφυγε ο Καύνος, τότε έπιασε την Βυβλίδα, ο πόνος γι’ αυτόν – έτσι συμβαίνει πάντα, όταν χάσουμε κάτι, το εκτιμάμε… – και  κατεχόμενη κι αυτή από μεγάλη στενοχώρια… της σάλεψε το μυαλό… Εγκατέλειψε κι αυτή το πατρικό της, πλανήθηκε επί μακρόν μόνη στις ερημιές, απαρνουμένη τις μάταιες ερωτικές επιθυμίες. Τότε η Βυβλίδα απ’ τον πόνο της μεταμορφώθηκε σε κουκουβάγια – ή, κατ’ άλλους, έβγαλε την ζώνη της, την πέρασε σε ένα κλαδί και κρεμάσθηκε από μια βελανιδιά

Περιπλανώμενος ο ερωτευμένος Καύνος, είδε από ένα ποτάμι να αναδύεται η νεράιδα Προνόη. Η νεράιδα διηγήθηκε στο παλληκάρι όσα συνέβησαν στην Βυβλίδα, μετά την αποχώρησή του, κάνοντάς τον να αισθανθεί πως ο έρωτάς του δεν ήταν μονοσήμαντος… Και έθεσε εαυτόν στην διάθεση του δικαστή Έρωτα… Έτσι ο Καύνος νυμφεύθηκε την Προνόη και ανέλαβε την βασιλεία της χώρας, που συνωκίσθη χάριν της Βυβλίδος και ήταν αφιερωμένη σ’ αυτήν… Καύνος και Προνόη απέκτησαν και έναν γιο, τον Αιγιαλό, ο οποίος μετά τον θάνατο του πατρός του, συγκέντρωσε τον λαό του, ο οποίος έως τότε ζούσε σποραδικώς και ίδρυσε μια πόλη, στην οποία έδωσε το όνομα του πατρός του: Καύνος – νυν Νταλιάν / Dalyan, στην  επαρχία Μογωλάς > Μούγλων Καρίας Μικράς Ασίας.

Two ancient Greek coins side by side: left shows a winged figure guiding a seated man, right depicts a tall triangular rock formation with a curved base. Greek inscriptions appear above and below.

Άλλος αναφέρει, πως όταν η Βυβλίδα αποφάσισε να αυτοκτονήσει εξ έρωτος, πηδώντας από έναν πυραμιδοειδή ψηλόβραχο (εικονιζόταν στα νομίσματά της – παραπάνω φωτ.), την λυπήθηκαν και την έσωσαν οι νύμφες, και αφού πρώτα της προκάλεσαν βαθύ ύπνο, την μεταμόρφωσαν από άνθρωπο σε δαίμονα – Αμαδρυάδα[2]. Το δε νερό που έτρεχε από τον βράχο όπου στάθηκε η κόρη, ονομάσθηκε Δάκρυον Βυβλίδος – κι έτσι έμεινε να λένε κάθε νερό που ξεπηδούσε από βράχια… Από τα δάκρυά της σχηματίσθηκε ο ποταμός Κάλβυς / Καύλης

Συμπερασματικά

Όπως και να ’χει, από τον μύθο αυτόν – οι πολλές παραλλαγές και αναφορές του οποίου δείχνουν και τον βαθμό της δημοτικότητός του – προέκυψε η φράση «καύνιος έρως», που λεγόταν για κάθε άνομο / αθέμιτο έρωτα, για κάθε ερωτική επιθυμία, που δεν εκπληρωνόταν, για κάθε έρωτα που κατέληγε σε θάνατο… Δεν αναφέρεται στον αιμομικτικό έρωτα, διότι τα δυο αδέλφια πουθενά δεν αναφέρεται ότι εν τέλει συνευρέθησαν ερωτικώς. Ίσα-ίσα, το αντίθετο.

Επίσης έμεινε η παροιμία “καύνιος βοῦς”, ἐπὶ ματαιοπονίας- διότι ἡ βοῦς αὕτη ἀνέτρεψε τὸν καδίσκον μετὰ τὸ ἄμελγμα – και σήμερα εξακολουθούμε να λέμε “σαν την αγελάδα που ανατρέπει τον κάδο με το γάλα”, για κάθε αυτοκαταστροφικό θέμα.

Ο μύθος συνδέεται στενώς με την λατρεία της Αφροδίτης στην Μίλητο, τις σχετικές μ’ αυτήν πόλεις στην Κρήτη[3], και τις αποικίες τους στην Φοινίκη, στην Αίγυπτο, κ.α.…

ΠΗΓΗ: άρθρο του γράφοντος στην εφημ. “Πολίτης”, Φεβρ. 2011. Γ. Λεκακης “Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις”. Γ. Λεκακης “Λεξικο παραδοσεων”. Γ. Λεκακης “Η αγνωστη Μικρα Ασια”, 2009. Λεκάκης Γ. «Αρχαία ερωτικά παιγνίδια και παθήματα» (υπό έκδοσιν). Λεκάκης Γ. «Κύπερος: Ένα σημαντικό βότανο της περιοχής των Χανίων, που πάνω του γράφηκε η ιστορία του κόσμου!», άρθρο στην εφημερίδα «Χρονικά Κισάμου και Σελίνου», Ιαν.-Φεβρ. 2007. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 1.3.2011.


Greek newspaper article about the ancient love story of Kaunos and Bylis (Kaunos and Biblis) from Miletus, February 2011

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Στέφ. Βυζάντιος, Ηρ. (Α΄,172), Κτησίας (33), Θεοκρ. (σχολ. Ζ,115), Κόνων («Διηγ.»), Νόννος (13.546), Παυσ. (7,5,10), Πτολ. (Ε΄,β΄,11,12), Λεξ. ΣΟΥΔΑΣ, Στρ. (14,2,2-C,651), Υγ. (σχολ. Fab. 243), Φιλοστέφανός (παρά Κων. Πορφυρογ. «Περί Θεμάτων», Α,40,1), Φώτ. (κώδ. 186). Ἡρόδ. Απολλώνιος ο Ρόδιος. Ἀριστ. Ρητ. 2.25,4. Παροιμιογρ.
  • Οβίδιος «Μεταμορφώσεις», 446 – 665. 9.453.
  • Ant. Liberalis «Μεταμορφώσεις», 30 / Αντ. Λιβεράλης («Μεταμ. Συναγ.» 30.1-2),
  • Παρθένιος, «Ερωτικά παθήματα», 11: Περὶ Βυβλίδος (Ἱστορεῖ Ἀριστόκριτος περὶ Μιλήτου καὶ Ἀπολλώνιος ὁ Ῥόδιος Καύνου κτίσει)[11.1] Περὶ δὲ Καύνου καὶ Βυβλίδος, τῶν Μιλήτου παίδων, διαφόρως ἱστορεῖται. Νικαίνετος μὲν γάρ φησι τὸν Καῦνον ἐρασθέντα τῆς ἀδελφῆς, ὡς οὐκ ἔληγε τοῦ πάθους, ἀπολιπεῖν τὴν οἰκίαν καὶ ὁδεύσαντα πόρρω τῆς οἰκείας χώρας πόλιν τε κτίσαι καὶ τοὺς ἀπεσκεδασμένους τότε Ἴωνας ἐνοικίσαι· λέγει δὲ ἔπεσι τοῖσδε· αὐτὰρ ὅ γε προτέρωσε κιὼν Οἰκούσιον ἄστυ κτίσσατο, Τραγασίῃ δὲ Κελαινοῦς εἴχετο παιδί, ἥ οἱ Καῦνον ἔτικτεν ἀεὶ φιλέοντα θέμιστας· γείνατο δὲ ῥαδαλῇς ἐναλίγκιον ἀρκεύθοισι Βυβλίδα, τῆς ἤτοι ἀέκων ἠράσσατο Καῦνος. βῆ δεφερένδιος φεύγων ὀφιώδεα Κύπρον καὶ Κάπρος ὑλιγενὲς καὶ Κάρια ἱρὰ λοετρά· ἔνθ᾿ ἤτοι πτολίεθρον ἐδείματο πρῶτος Ἰώνων. αὐτὴ δὲ γνωτή, ὀλολυγόνος οἶτον ἔχουσα, Βυβλὶς ἀποπρὸ πυλῶν Καύνου ὠδύρατο νόστον.
    [11.2] οἱ δὲ πλείους τὴν Βυβλίδα φασὶν ἐρασθεῖσαν τοῦ Καύνου λόγους αὐτῷ προσφέρειν καὶ δεῖσθαι μὴ περιιδεῖν αὐτὴν εἰς πᾶν κακοῦ προελθοῦσαν· ἀποστυγήσαντα δὲ οὕτως τὸν Καῦνον περαιωθῆναι εἰς τὴν τότε ὑπὸ Λελέγων κατεχομένην γῆν, ἔνθα κρήνη Ἐχενηίς, πόλιν τε κτίσαι τὴν ἀπ᾿ αὐτοῦ κληθεῖσαν Καῦνον· τὴν δὲ ἄρα ὑπὸ τοῦ πάθους μὴ ἀνιεμένην, πρὸς δὲ καὶ δοκοῦσαν αἰτίαν γεγονέναι Καύνῳ τῆς ἀπαλλαγῆς, ἀναψαμένην ἀπό τινος δρυὸς τὴν μίτραν ἐνθεῖναι τὸν τράχηλον. λέγεται δὲ καὶ παρ᾿ ἡμῖν οὕτως· ἡ δ᾿ ὅτε δὴ ὀλοοῖο κασιγνήτου νόον ἔγνω, κλαῖεν ἀηδονίδων θαμινώτερον, αἵτ᾿ ἐνὶ βήσσῃς καί ῥα κατὰ στυφελοῖο σαρωνίδος αὐτίκα μίτρην ἁψαμένη, δειρὴν ἐνεθήκατο, ταὶ δ᾿ ἐπ᾿ ἐκείνῃ βεύδεα παρθενικαὶ Μιλησίδες ἐρρήξαντο. φασὶ δέ τινες καὶ ἀπὸ τῶν δακρύων κρήνην ῥυῆναι ἰδίᾳ τὴν καλουμένην Βυβλίδα.
    • ΑΠΟΔΟΣΙΣ Γ. Λεκάκη:

Σχετικά με τον Καύνο και τη Βυβλίδα, τα παιδιά του Μιλήτου, υπάρχουν διαφορετικές παραδόσεις.

Ο Νικαίνετος λέει ότι ο Καύνος ερωτεύτηκε την αδελφή του και, επειδή δεν μπορούσε να απαλλαγεί από αυτό το πάθος, εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι. Αφού ταξίδεψε μακριά από την πατρίδα του, ίδρυσε μια πόλη και εγκατέστησε εκεί τους Ίωνες που τότε ήταν διασκορπισμένοι. [σ.σ.: Άρα η εκστρατεία την Ινδία έγινε πριν συμπτυχθεί η Ιωνία!]. Τα περιγράφει με τα εξής λόγια: Εκείνος προχώρησε πιο πέρα και ίδρυσε την πόλη Οἰκούσιον.

Ενώθηκε με την Κελαινώ, κόρη της Τραγασίας, η οποία του γέννησε τον Καύνο, άνδρα που αγαπούσε πάντοτε την δικαιοσύνη. Γέννησε επίσης την Βυβλίδα, όμορφη σαν λυγερό αρκεύθο. Την Βυβλίδα αυτή ο Καύνος αγάπησε παρά την θέλησή του. Έπειτα έφυγε εξόριστος, αποφεύγοντας την Κύπρο με τα πολλά φίδια [σ.σ.: εξ ου και Οφιούσσα], την κατάφυτη Κάπρο και τα ιερά λουτρά της Καρίας. Εκεί ίδρυσε πρώτος ανάμεσα στους Ίωνες μια πόλη. Και η αδελφή του, η Βυβλίδα, καταδικασμένη σε θλιβερή μοίρα, θρηνούσε έξω από τις πύλες της Καύνου τον χαμένο γυρισμό του.

11.2: Οι περισσότεροι όμως διηγούνται ότι η Βυβλίδα ήταν εκείνη που ερωτεύτηκε τον Καύνο. Του αποκάλυψε τον έρωτά της και τον παρακαλούσε να μην την αφήσει να χαθεί ολοκληρωτικά από την δυστυχία της. Ο Καύνος αποστράφηκε αυτή την επιθυμία και πέρασε στην χώρα που τότε κατοικούσαν οι Λέλεγες, εκεί όπου βρισκόταν η πηγή Εχενηίδα. Εκεί ίδρυσε την πόλη που πήρε το όνομά του, την Καύνο. Η Βυβλίδα όμως δεν μπορούσε να λυτρωθεί από το πάθος της. Επί πλέον επίστευε πως η ίδια ήταν η αιτία που ο Καύνος εγκατέλειψε την πατρίδα του. Έτσι κρέμασε από μια βελανιδιά τον κεφαλόδεσμό της και πέρασε τον λαιμό της μέσα σε αυτήν, βάζοντας τέλος στην ζωή της. Και εμείς το διηγούμαστε ως εξής: Όταν κατάλαβε πια την σκέψη του αδελφού της, έκλαιγε πιο συχνά κι από τα αηδόνια στις χαράδρες. Τότε έδεσε το πέπλο της σε τραχιά βελανιδιά και πέρασε τον λαιμό της μέσα σε αυτό. Και πάνω από εκείνη οι παρθένες της Μιλήτου έσκιζαν τα φορέματά τους(*) από τον θρήνο. Μερικοί λένε ακόμη ότι από τα δάκρυά της ανάβλυσε μια πηγή, η οποία ονομάστηκε Βυβλίδα.

(*) Σε πολλά μέρη ήταν έθιμο, τα κορίτσια, όταν πέρναγαν πλέον στην εφηβεία να σκίζουν τα παιδικά τους ρούχα ή να τα αφιερώνουν στην θεά Αρτέμιδα ή/και την Αφροδίτη συμβολικώς για να πάψουν πλέον να είναι παιδιά…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Υπάρχουν κι άλλες ηρωίδες με το όνομα Βυβλίς:

  • Η θυγατέρα του Μιλήτου και της Αρείας ή Κυανέης / Κυάνης / Κυανής (θυγατέρας του ποταμού Μαιάνδρου). Άρα, κατ’ αυτήν την γενεαλογία, είναι εγγονή ή δισέγγονη του Μίνωος. Δεν αποκλείεται ο Αστέριος να είναι ο Αστερίων, βασιλιάς της Κρήτης, που υιοθέτησε τον Μίνωα, και νυμφεύθηκε την Ευρώπη. Έτσι, η Βυβλίς θα ήταν αδελφή του Μίνωος.
  • Η θυγατέρα της Τραγασίας, κόρης του Κελαινέα.
  • Η θυγατέρα της Ειδοθέης, κόρης του βασιλιά των Καρών, Ευρύτου.

[2] Νύμφη, που κατά την αρχαία αντίληψη ζούσε εντός του δένδρου – μ’ άλλα λόγια, η ψυχή του δένδρου.

[3] Δεν είναι άσχετο πως στην αρχαία Κρήτη το φυτό κύπειρος (τον πάπυρο) τον έλεγαν βύβλο ή βίβλο. Δεν αποκλείεται λοιπόν, το βιβλίο να ετυμολογείται εξ αυτού του φυτού.

arxeion-politismou.gr
Διαβάστε Περισσότερα...

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

10 Ιουνίου 323 π.Χ. Θάνατος του Μέγα Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα

 


Ήταν το έτος 326 π.Χ., όταν η ανθρώπινη αντοχή —ακόμη κι αυτή των ατσαλωμένων πολεμιστών της Μακεδονίας— άγγιξε τα όριά της. Δέκα χρόνια αδιάλειπτης πορείας, μάχης και κατακτήσεως είχαν χαράξει ανεξίτηλα σημάδια στις ψυχές και στα σώματα των ανδρών του Αλεξάνδρου. Φτάνοντας στον Ύφαση, έναν από τους τελευταίους μεγάλους παραπόταμους του Ινδού, ο Αλέξανδρος ο Μέγας στάθηκε μπροστά στο ανατολικό σύνορο της Οικουμένης· εκεί όπου ο χάρτης ακόμη έχανε την καθαρότητά του και οι μύθοι υποκαθιστούσαν τη γεωγραφία.

Η δίψα του για γνώση και μεγαλείο δεν είχε ακόμη κορεστεί. Άκουσε για τον Γάγγη —έναν μυθικό ποταμό που διέσχιζε πυκνοκατοικημένες και εύφορες περιοχές— και για λαούς ανεξερεύνητους, χαμένους σε ένα μεθυστικό μείγμα τροπικής φύσης και ανατολικού μυστηρίου. Οραματίστηκε την υποταγή και αυτών των περιοχών· το όνομά του να χαράσσεται όχι μόνο στα νομίσματα και στους ναούς, αλλά και στην ίδια τη δομή του κόσμου, σαν ο Μέγας Συνθέτης Ανατολής και Δύσης.

Όμως, οι στρατιώτες δεν συμμερίζονταν πλέον το όραμά του. Δεν ήταν προδοσία —ήταν ανθρώπινη κόπωση. Είχαν ταξιδέψει από τις όχθες του Δούναβη έως τα νερά του Ινδού, είχαν βαδίσει μέσα από ερήμους, οροπέδια και ζούγκλες, είχαν ματώσει σε πεδία μαχών με Σκύθες, Πέρσες, Ινδούς. Κι ύστερα ήρθαν οι καταρρακτώδεις βροχές —εβδομήντα ημέρες συνεχούς καταιγίδας, βυθίζοντας τις στρατιωτικές ψυχές σε παγωμένη εξάντληση.

Ο Αλέξανδρος ένιωσε βαθιά λύπη όταν έμαθε την άρνησή τους. Κάλεσε τους στρατηγούς του και, με τη ρητορική φλόγα που πάντοτε χαρακτήριζε τον λόγο του, τους απηύθυνε έκκληση: ότι το τέλος ήταν κοντά, ότι η Ανατολική Θάλασσα σχεδόν φαινόταν, ότι η περιπλάνησή τους άγγιζε την οικουμενική περιφορά της Γης. Και μέσα από τα λόγια του ανέβλυζε η αιώνια αρχή του ηρωισμού:

«Είναι τιμή να ζει κανείς γενναία και να πεθαίνει αφήνοντας αθάνατη δόξα»

(Αρριανός, 5.26.4).

Μα η φωνή της λογικής δεν άργησε να ακουστεί. Ο Κοίνος, σοφός αξιωματικός, με σεβασμό αλλά και σταθερότητα τού αντέταξε πως:

«Είναι ωραιότερο απ’ όλα, βασιλιά, όταν κανείς ευτυχεί, να μένει σώφρων»

(Αρριανός, 5.27.9).

Ύστερα από τρεις ημέρες περισυλλογής, ο Αλέξανδρος —ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του— δεν πρόσταξε, αλλά υπάκουσε. Μεγαλείο δεν είναι μόνο η κατάκτηση, αλλά και η κατανόηση των ορίων. Και έτσι, ο στρατός έλαβε εντολή για την ιστορική στροφή:

«οπίσω ἀποστρέφειν» — την επιστροφή.

Ο Κατάπλους και η Ανάπλαση του Κόσμου

Τον Νοέμβριο του 326 π.Χ., ξεκίνησε ο κατάπλους του Ινδού. Ο Αλέξανδρος δεν είδε την επιστροφή ως ταπεινωτική υποχώρηση, αλλά ως ευκαιρία ανασυγκρότησης. Ιδρυσε νέες πόλεις, οργανωμένες με ελληνικό πολεοδομικό σχέδιο, έκτισε ναυπηγεία και ναυστάθμους, όρισε σατράπες, άφησε στρατιωτικά σώματα να εποπτεύουν και να επιβλέπουν την ομαλή ενσωμάτωση των λαών. Δεν πορευόταν πλέον απλώς ως στρατηλάτης, αλλά ως κοσμοπλάστης.

Με αμέτρητες δοκιμασίες, το στράτευμα έφτασε πίσω στην Περσία, κι από εκεί κατευθύνθηκε στη Βαβυλώνα —το σημείο όπου παλαιότερα ξεκίνησαν οι μύθοι για τον πύργο που θα ένωνε τον άνθρωπο με τον ουρανό. Εκεί, στα Εκτάβανα, η μοίρα του έπαιξε το σκληρότερο παιχνίδι: πέθανε ο Ηφαιστίων, ο φίλος, ο αδελφός, το «έτερον ήμισυ» της ψυχής του Αλεξάνδρου. Ο θάνατός του βύθισε τον βασιλιά σε πένθος αβάσταχτο, και η ψυχή του —πληγωμένη αλλά αγέρωχη— αποσύρθηκε στην εσωτερικότητα και στη σιωπή.

Όμως οραματιζόταν ακόμη. Ετοίμαζε νέα εκστρατεία προς την Αραβία· ονειρευόταν την πλήρη ενοποίηση της Οικουμένης. Το σχέδιό του δεν επρόκειτο να υλοποιηθεί. Η αρρώστια τον κατέβαλε —αιφνίδια και αδυσώπητα. Στις 10 Ιουνίου 323 π.Χ., στη Βαβυλώνα, ο Μέγας Αλέξανδρος έφυγε από τη ζωή.

Όταν ρωτήθηκε σε ποιον αφήνει την απέραντη αυτοκρατορία του, αποκρίθηκε με μία λέξη —μία διαθήκη και ταυτόχρονα ένα μυστήριο:

«τῷ κρατίστῳ» – στον άριστο, στον ικανότερο, στον δυνατότερο.

Η Μεταμόρφωση σε Μύθο

Ο θάνατός του δεν σήμανε το τέλος. Σήμανε τη γέννηση του μύθου. Το όνομά του έγινε τραγούδι, προσευχή, τρόμος, έμπνευση. Από τα ποτάμια της Ινδίας μέχρι τα στενά του Γιβραλτάρ και από τις στέπες της Βακτριανής μέχρι τις βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας, ο Αλέξανδρος έγινε αιώνιο σύμβολο συνένωσης του κόσμου.

Σε έντεκα μόλις χρόνια είχε κατακτήσει όλη την Ασία μέχρι τον Ινδό, είχε θεμελιώσει πολιτισμούς, πόλεις, θέατρα, βιβλιοθήκες, και παντού —σε κάθε γωνιά που πάτησε το άρμα του— φύτεψε τον σπόρο του Ελληνικού Λόγου.

Διαβάστε Περισσότερα...