Κάποιες φορές οι μεγαλύτερες επιστημονικές ανακαλύψεις δεν γίνονται ύστερα από πολυετείς ανασκαφές, αλλά εντελώς τυχαία. Αυτό ακριβώς συνέβη στην Αγγλία, όταν μια συνηθισμένη εργασία αποστράγγισης μιας λιμνοθάλασσας αποκάλυψε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς προϊστορικούς θησαυρούς που έχουν βρεθεί ποτέ στη χώρα.
Τον Φεβρουάριο του 2021, ο Τζο Ντέιβις, επικεφαλής ομάδας διατήρησης στο φυσικό καταφύγιο Rutland Water, επέβλεπε την αποστράγγιση μιας λιμνοθάλασσας στο πλαίσιο εργασιών συντήρησης. Καθώς η στάθμη του νερού έπεφτε, παρατήρησε μια σειρά από μεγάλα οστά να προεξέχουν από τη λάσπη. Στην αρχή πίστεψε πως επρόκειτο για λίγους απολιθωμένους σπονδύλους. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβε ότι είχε μπροστά του κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Ένας «θαλάσσιος δράκος» μήκους 10 μέτρων
Κάτω από τον πυθμένα της λιμνοθάλασσας βρισκόταν ο σχεδόν πλήρης σκελετός ενός γιγάντιου ιχθυόσαυρου, ενός θαλάσσιου ερπετού που συχνά αποκαλείται «θαλάσσιος δράκος». Το ζώο είχε μήκος περίπου 10 μέτρα, έζησε πριν από περίπου 180 εκατομμύρια χρόνια και αποτελεί τον μεγαλύτερο αλλά και τον πιο καλοδιατηρημένο ιχθυόσαυρο που έχει ανακαλυφθεί ποτέ στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η ανακάλυψη έγινε ακόμη πιο εντυπωσιακή όταν ένα δεύτερο μέλος της ομάδας εντόπισε το σχεδόν άθικτο σαγόνι του ζώου. Οι ειδικοί που έφτασαν στο σημείο επιβεβαίωσαν γρήγορα ότι επρόκειτο για ένα από τα σημαντικότερα παλαιοντολογικά ευρήματα των τελευταίων δεκαετιών στη Βρετανία.
Παρά το δημοφιλές παρατσούκλι του, ο «θαλάσσιος δράκος» δεν ήταν δεινόσαυρος. Οι ιχθυόσαυροι ήταν θαλάσσια ερπετά που έζησαν από περίπου 250 έως 90 εκατομμύρια χρόνια πριν και είχαν εξελιχθεί αποκλειστικά για τη ζωή στο νερό. Το σώμα τους ήταν ιδιαίτερα υδροδυναμικό, με πτερύγια, ισχυρή ουρά και μακρύ ρύγχος, θυμίζοντας οπτικά ένα παράξενο υβρίδιο δελφινιού και κροκόδειλου, χωρίς όμως να συγγενεύουν στενά με κανένα από τα δύο.
Ένας από τους κορυφαίους θηρευτές των Ιουρασικών θαλασσών
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το απολίθωμα ανήκει στο είδος Temnodontosaurus trigonodon, έναν από τους μεγαλύτερους ιχθυόσαυρους που έχουν περιγραφεί ποτέ. Το τεράστιο θαλάσσιο ερπετό διέθετε δεκάδες κοφτερά δόντια, με τα οποία κυνηγούσε ψάρια, καλαμάρια αλλά και μικρότερα θαλάσσια ερπετά.
Εξίσου εντυπωσιακά ήταν τα μάτια του. Συγγενικά είδη είχαν από τα μεγαλύτερα μάτια που έχουν καταγραφεί ποτέ σε σπονδυλωτό ζώο, χαρακτηριστικό που τους επέτρεπε να εντοπίζουν τη λεία τους ακόμη και σε μεγάλα βάθη, όπου το φως ήταν ελάχιστο.
Image
Η κατάσταση διατήρησης του σκελετού εξέπληξε ακόμη και τους ειδικούς. Μεγάλο μέρος της σπονδυλικής στήλης παρέμεινε ενωμένο, ενώ διατηρήθηκαν πλευρά, πτερύγια και μεγάλο τμήμα του κρανίου. Μόνο το κεφάλι έχει πλάτος σχεδόν ενός μέτρου και εκτιμάται ότι ζυγίζει περίπου έναν τόνο.
Πριν αρχίσει η μεταφορά των οστών, οι παλαιοντολόγοι αφιέρωσαν μήνες στην καταγραφή της ακριβούς θέσης κάθε τμήματος του σκελετού. Δημιούργησαν χιλιάδες φωτογραφίες και τρισδιάστατα μοντέλα, ώστε να διατηρηθεί ψηφιακά η εικόνα του απολιθώματος όπως ακριβώς βρέθηκε.
Το πρώτο εύρημα του είδους στη Βρετανία
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αναλύσεις, το απολίθωμα ανήκει πιθανότατα στο είδος Temnodontosaurus trigonodon, το οποίο μέχρι σήμερα ήταν γνωστό κυρίως από ευρήματα στη Γερμανία. Αν η ταυτοποίηση επιβεβαιωθεί οριστικά, θα πρόκειται για την πρώτη καταγραφή του συγκεκριμένου είδους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η ανακάλυψη δίνει στους επιστήμονες πολύτιμα στοιχεία για την εξάπλωση των μεγάλων θαλάσσιων θηρευτών κατά την Ιουρασική περίοδο και βοηθά στην ανασύνθεση του θαλάσσιου οικοσυστήματος που κάλυπτε μεγάλο μέρος της σημερινής Ευρώπης πριν από 180 εκατομμύρια χρόνια.
Εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το φυσικό καταφύγιο Rutland Water δεν υπήρχε στεριά. Ολόκληρη η περιοχή ήταν μια ρηχή, θερμή θάλασσα γεμάτη ζωή. Εκεί ο γιγάντιος ιχθυόσαυρος κυνηγούσε, έζησε και τελικά πέθανε. Το σώμα του βυθίστηκε στον πυθμένα, καλύφθηκε γρήγορα από ιζήματα και παρέμεινε κρυμμένο για εκατομμύρια χρόνια, μέχρι που μια απλή εργασία συντήρησης αποκάλυψε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς «θαλάσσιους δράκους» που έχουν βρεθεί ποτέ.
Από κρυπτογραφημένες επιστολές βασιλιάδων μέχρι μυστηριώδη μεσαιωνικά χειρόγραφα, η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγει νέους δρόμους στην αποκάλυψη μυστικών που παρέμεναν κρυμμένα για αιώνες.
Εκεί όπου όλοι απέτυχαν
Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν πλέον εξελιγμένα συστήματα AI για να αναγνωρίζουν σύμβολα, να εντοπίζουν μοτίβα και να αποκρυπτογραφούν κείμενα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σχεδόν αδύνατο να διαβαστούν.
Ανάμεσα στις μεγαλύτερες προκλήσεις που παραμένουν μπροστά τους βρίσκεται ένας από τους πιο διάσημους αρχαιολογικούς γρίφους όλων των εποχών: ο Δίσκος της Φαιστού.
Μυστήριο
Για περισσότερα από 100 χρόνια, ο πήλινος δίσκος που βρέθηκε στο ανάκτορο της Φαιστού στην Κρήτη αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αρχαιολογίας. Τα σύμβολά του έχουν μελετηθεί από κορυφαίους γλωσσολόγους, αρχαιολόγους και ειδικούς στην αποκρυπτογράφηση κωδίκων, όμως το μήνυμα που κρύβει παραμένει άγνωστο.
4.000 χρόνια πριν
Ο Δίσκος της Φαιστού, ηλικίας περίπου 4.000 ετών, περιλαμβάνει 241 αποτυπωμένα σύμβολα σε σπειροειδή διάταξη. Η γραφή του θεωρείται μοναδική, καθώς δεν έχει βρεθεί άλλο κείμενο που να χρησιμοποιεί το ίδιο σύστημα σημείων, ενώ η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένος παραμένει άγνωστη.
Λείπει το βασικό κλειδί
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την αποκρυπτογράφησή του τόσο δύσκολη. Σε πολλές περιπτώσεις ιστορικών κωδίκων, οι ερευνητές μπορούν να αναζητήσουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, να συγκρίνουν γράμματα ή σύμβολα με γνωστές γλώσσες και να χρησιμοποιήσουν στατιστικές μεθόδους.
Στην περίπτωση όμως του Δίσκου της Φαιστού, λείπει το βασικό «κλειδί»: ένα μεγαλύτερο σώμα κειμένων που θα μπορούσε να αποκαλύψει τη σημασία των συμβόλων.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη δείξει τις δυνατότητές της σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Ερευνητές κατάφεραν με τη βοήθεια μηχανικής μάθησης να αποκρυπτογραφήσουν άγνωστους κώδικες, όπως το λεγόμενο Borg cipher, ένα χειρόγραφο 408 σελίδων από τη Βιβλιοθήκη του Βατικανού που παρέμενε ακατανόητο για περισσότερα από 400 χρόνια.
Το σύστημα AI βοήθησε τους επιστήμονες να εντοπίσουν μοτίβα και να αποκαλύψουν ότι το κείμενο περιείχε μεταξύ άλλων παλιές ιατρικές συνταγές και πρακτικές θεραπείας.
Παρόμοια εργαλεία έχουν χρησιμοποιηθεί και για την ανάγνωση κρυπτογραφημένων επιστολών, όπως εκείνες της Μαρίας Στιούαρτ, βασίλισσας της Σκωτίας, αποκαλύπτοντας πολιτικές συνωμοσίες και άγνωστες πτυχές της ζωής της.
Οι επιστήμονες πλέον προσπαθούν να δημιουργήσουν συστήματα που δεν θα περιορίζονται μόνο στη μεταγραφή ενός παλιού χειρογράφου, αλλά θα μπορούν να αναλύουν απευθείας εικόνες αρχαίων κειμένων, να αναγνωρίζουν άγνωστα σύμβολα και να προτείνουν πιθανές ερμηνείες.
Απόλυτη πρόκληση
Σε αυτό το νέο πεδίο έρευνας, ο Δίσκος της Φαιστού αποτελεί την απόλυτη πρόκληση. Τα σύμβολά του, όπως και άλλες αρχαίες γραφές που παραμένουν άγνωστες —όπως η Γραμμική Α— θα μπορούσαν να αποτελέσουν το επόμενο μεγάλο «τεστ» για τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης.
Αν η AI καταφέρει τελικά να αποκρυπτογραφήσει τον Δίσκο της Φαιστού, η ανακάλυψη δεν θα αφορά μόνο την ανάγνωση ενός αρχαίου κειμένου. Θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο παράθυρο στον μινωικό πολιτισμό και να αποκαλύψει πληροφορίες για μια εποχή της οποίας η φωνή παραμένει σιωπηλή εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Στο εσωτερικό του μνημείου σώζονται τμήματα των αρχικών τοιχογραφιών, αρκετές από τις οποίες καλύπτονται ακόμη από λεπτό στρώμα σκόνης
Μια σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη έφεραν στο φως ερευνητές που εργάζονται στη Νεκρόπολη των αρχαίων Θηβών, στη δυτική όχθη του Λούξορ, εντοπίζοντας έναν έως σήμερα άγνωστο τάφο ηλικίας περίπου 3.000 ετών. Ο τάφος ανήκε σε αξιωματούχο της εποχής του Νέου Βασιλείου, ονόματι Πάσερ (Paser), και ανακαλύφθηκε στην περιοχή Κάτω Σέιχ Αμπντ ελ-Κούρνα (Lower Sheikh Abd el-Qurna).
Η ανασκαφή πραγματοποιείται στο πλαίσιο της φετινής ερευνητικής περιόδου από ομάδα αρχαιολόγων του Πανεπιστημίου του Λέιντεν, υπό τη διεύθυνση της δρας Καρίνα βαν ντεν Χούβεν, σε συνεργασία με το υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου.
Μια σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη έφεραν στο φως ερευνητές που εργάζονται στη Νεκρόπολη των αρχαίων Θηβών, στη δυτική όχθη του Λούξορ, εντοπίζοντας έναν έως σήμερα άγνωστο τάφο ηλικίας περίπου 3.000 ετών. Ο τάφος ανήκε σε αξιωματούχο της εποχής του Νέου Βασιλείου, ονόματι Πάσερ (Paser), και ανακαλύφθηκε στην περιοχή Κάτω Σέιχ Αμπντ ελ-Κούρνα (Lower Sheikh Abd el-Qurna).
Η ανασκαφή πραγματοποιείται στο πλαίσιο της φετινής ερευνητικής περιόδου από ομάδα αρχαιολόγων του Πανεπιστημίου του Λέιντεν, υπό τη διεύθυνση της δρας Καρίνα βαν ντεν Χούβεν, σε συνεργασία με το υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου.
Η συγκεκριμένη περιοχή ερευνάται συστηματικά από το 2018, με στόχο την καταγραφή και προστασία των αρχαιολογικών καταλοίπων, αλλά και τη σύνταξη της πρώτης ολοκληρωμένης αρχαιολογικής μελέτης για το συγκεκριμένο τμήμα της εκτεταμένης Νεκρόπολης των Θηβών.
Οι αρχαιολόγοι κατάφεραν να ταυτοποιήσουν τον νεκρό που ήταν θαμμένος στον τάφο χάρη σε επιγραφές που διατηρήθηκαν στο εσωτερικό του. Αναγράφεται το όνομα Πάσερ, ενώ η τεχνοτροπία των τοιχογραφιών χρονολογεί το μνημείο στη Ραμσειδική Περίοδο, η οποία εκτείνεται από τον 13ο έως τον 11ο αιώνα π.Χ., κατά την εποχή του Νέου Βασιλείου της αρχαίας Αιγύπτου.
Τάφος με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική
Ο τάφος ακολουθεί την τυπική αρχιτεκτονική των ιδιωτικών ταφικών μνημείων της αρχαίας Θήβας. Περιλαμβάνει ανοιχτή αυλή, η οποία οδηγεί σε λαξευμένο στον βράχο παρεκκλήσι σε σχήμα ανεστραμμένου «Τ», ενώ κάτω από αυτό βρίσκονται οι ταφικοί θάλαμοι.
Εν τω μεταξύ, σημαντικό μέρος της αυλής διατηρείται σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση. Οι ερευνητές εντόπισαν πλίνθινο πάγκο με ειδική εσοχή όπου βρισκόταν άλλοτε ταφική στήλη, καθώς και λίθινη κλίμακα που οδηγεί στην είσοδο του τάφου, διατηρώντας αναλλοίωτη την εικόνα της πρόσβασης που ακολουθούσαν οι επισκέπτες πριν από τρεις χιλιετίες.
Πολύτιμες τοιχογραφίες
Στο εσωτερικό του μνημείου σώζονται τμήματα των αρχικών τοιχογραφιών, αρκετές από τις οποίες καλύπτονται ακόμη από λεπτό στρώμα σκόνης.
Ήδη έχουν αποκαλυφθεί παραστάσεις που απεικονίζουν τον Πάσερ να λατρεύει διάφορες αιγυπτιακές θεότητες μέσα σε ιερά, καθώς και σκηνές στις οποίες κάθεται δίπλα στη σύζυγό του μπροστά από τραπέζι προσφορών. Αντίστοιχες απεικονίσεις συναντώνται συχνά στους τάφους υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Νέου Βασιλείου και συμβόλιζαν την ελπίδα για αιώνια ζωή και τη συνέχιση των τελετουργικών προσφορών μετά τον θάνατο.
Συνεχίζονται οι έρευνες
Οι αρχαιολόγοι σκοπεύουν να συνεχίσουν τις ανασκαφές και τις εργασίες τεκμηρίωσης τα επόμενα χρόνια, με στόχο να ταυτοποιήσουν τα άτομα που είχαν ταφεί στον χώρο, να ανασυνθέσουν τη ζωή τους και να εντάξουν τον τάφο στο ευρύτερο ιστορικό και αρχαιολογικό πλαίσιο της περιοχής.
Παράλληλα, θα πραγματοποιηθούν εργασίες στερέωσης του μνημείου και συντήρησης των τοιχογραφιών, ενώ η περαιτέρω αποκάλυψη των ταφικών θαλάμων αναμένεται να προσφέρει νέα στοιχεία για τον Πάσερ, την οικογένειά του και την κοινωνία της αρχαίας Θήβας κατά τη Ραμσειδική Περίοδο.
Η νέα ανακάλυψη εμπλουτίζει τις γνώσεις για τις ταφικές πρακτικές και την καθημερινή ζωή στη Νεκρόπολη των Θηβ*ών, έναν από τους σημαντικότερους θρησκευτικούς και πολιτικούς πυρήνες της αρχαίας Αιγύπτου, όπου έχουν εντοπιστεί εκατοντάδες τάφοι ευγενών, αξιωματούχων, ιερέων και άλλων επιφανών προσωπικοτήτων.
Αρχαιολόγοι στη Γαλλία εντόπισαν σπάνιες κέλτικες αλυσίδες 2.300 ετών που ενδέχεται να συνδέονται με το εμπόριο σκλάβων, μαζί με όπλα, νομίσματα και τελετουργικά ευρήματα.
Μια απρόσμενη ανακάλυψη σε αρχαιολογική ανασκαφή στη δυτική Γαλλία ενδέχεται να φωτίζει μια λιγότερο γνωστή πτυχή της κοινωνίας των Κελτών κατά την Εποχή του Σιδήρου. Οι αρχαιολόγοι εντόπισαν πέντε σιδερένιες αλυσίδες, εξαιρετικά σπάνιες για την περίοδο, οι οποίες ενδέχεται να σχετίζονται με τη διακίνηση ή την κράτηση σκλάβων.
Τα ευρήματα προήλθαν από ανασκαφή δύο ετών στον οικισμό της Allonnes, στην κοιλάδα του Λίγηρα, κοντά σε θρησκευτικό ιερό. Μαζί με τις αλυσίδες βρέθηκαν όπλα, εργαλεία, τελετουργικά αντικείμενα και εκατοντάδες αρχαία νομίσματα.
Πέντε σπάνιες αλυσίδες ηλικίας 2.300 ετών
Σύμφωνα με το Γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Προληπτικής Αρχαιολογικής Έρευνας (INRAP), οι αρχαιολόγοι εντόπισαν μία διπλή χειροπέδα, μία αλυσίδα για τον αστράγαλο και τρία θραύσματα από παρόμοια αντικείμενα. Το Ινστιτούτο χαρακτηρίζει τα ευρήματα «εξαιρετικά σπάνια» για το τέλος της Εποχής του Σιδήρου, η οποία τοποθετείται χρονικά μεταξύ 450 και 50 π.Χ., ενώ ο οικισμός της Allonnes ιδρύθηκε τον 3ο αιώνα π.Χ.Μία από τις χειροπέδες έχει διάμετρο μόλις 6 εκατοστά, γεγονός που υποδηλώνει ότι πιθανότατα προοριζόταν για γυναίκα ή παιδί. Η αλυσίδα για τον αστράγαλο ζυγίζει περισσότερο από 1 κιλό, κάτι που αναδεικνύει το μεγάλο σωματικό βάρος που αναγκάζονταν να φέρουν όσοι τη φορούσαν.
Η συνύπαρξη των αλυσίδων με πολεμικό εξοπλισμό οδήγησε τους ερευνητές στην εκτίμηση ότι ο οικισμός ίσως συνδεόταν με την υποδούλωση ή ακόμη και το εμπόριο ανθρώπων κατά τα τέλη της Εποχής του Σιδήρου. Ο ειδικός στη μεταλλουργία των Κελτών, Thierry Lejars, ανέφερε ότι η παρουσία όπλων και αλυσίδων υποδηλώνει μια ιεραρχικά οργανωμένη κοινωνία, με κυρίαρχες και υποτελείς ομάδες, στις οποίες ενδέχεται να περιλαμβάνονταν αιχμάλωτοι πολέμου ή σκλάβοι. Σύμφωνα με το INRAP, οι Γαλάτες υποδούλωναν αιχμαλώτους πολέμου, καταδικασμένους και οφειλέτες. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά που βρίσκονταν σε αυτή την κατάσταση στερούνταν τα δικαιώματά τους, μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίου και συχνά εξαναγκάζονταν σε αγροτικές εργασίες.
Ένα σημαντικό μεταλλουργικό κέντρο
Οι ανασκαφές αποκάλυψαν επίσης έντονη μεταλλουργική δραστηριότητα. Οι αρχαιολόγοι εντόπισαν σπαθιά, αιχμές δοράτων, κλειδιά, εξαρτήματα ιπποσκευής και άλλα μεταλλικά αντικείμενα, κατασκευασμένα από σιδηρουργούς, χαλκουργούς, κασσιτερουργούς και άλλους εξειδικευμένους τεχνίτες. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ο οικισμός αποτελούσε σημαντικό κέντρο παραγωγής μεταλλικών αντικειμένων. Στο θρησκευτικό συγκρότημα βρέθηκαν επίσης ενδύματα, δαχτυλίδια, φυλαχτά και προσωπικά αντικείμενα, τα οποία είχαν αποτεθεί ως αφιερώματα.
Πολλά από αυτά είχαν προηγουμένως λυγιστεί ή καταστραφεί σκόπιμα, πιθανότατα στο πλαίσιο θρησκευτικών τελετουργιών. Οι αρχαιολόγοι ανέσυραν ακόμη εκατοντάδες νομίσματα, κομμένα σε διάστημα μεγαλύτερο των πέντε αιώνων. Περίπου το ένα τρίτο έφερε ίχνη λιμαρίσματος, κοπής ή χαράξεων με καλέμι. Σύμφωνα με την ειδικό στα αρχαία νομίσματα Isabelle Bollard-Raineau, οι αλλοιώσεις αυτές αφαιρούσαν από τα νομίσματα τη χρηματική τους αξία και τα μετέτρεπαν σε μόνιμα αφιερώματα προς το ιερό.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι ο οικισμός της Allonnes συνδύαζε μεταλλουργική παραγωγή, θρησκευτικές πρακτικές και μια κοινωνική οργάνωση που χαρακτηριζόταν από έντονες ανισότητες.
Η αρχαία αχαϊκή αποικία της Καυλώνος ή Καυλωνίας / Αυλωνίας στην Βρεττίαεντοπίστηκε στην σημερινή πόλη Μοναστηράκι/ Μοναστεράτσε Μαρίνα, μια πόλη που βρίσκεται στις ιώνιες ακτές της Καλαβρίας, στα σύνορα μεταξύ των επαρχιών Ρηγίου – Καταντζάρο, στον 38ο παράλληλο [38.344132905758215, 16.463988460887506].
Το όνομα της πόλης προέρχεται από τον Καυλώνα, γιο της ΑμαζόναςΚλείτης, τροφού της Πενθεσιλείας. Μετά τον Τρωικό, εμφύλιο των Ελλήνων, Πόλεμο, οι Αχαιοίμε επί κεφαλής τον Τύφωνα(από το Αίγιο) αποβιβάσθηκαν στις ακτές της Καλαβρίας και, με την βοήθεια των Κροτωναίων, κατέστρεψαν το βασίλειο της Κλείτης. Μόνον ο γιος του Καυλώνος επέζησε και ξαναέκτισε την πόλη. Σύμφωνα με τον Στράβωνα[1], το όνομα της πόλης ετυμολογείται από τον αυλώνα(> Αυλωνία > Βαλωνία / vallonia = βαθειά κοιλάδα > valley κ.ά.). Ο Fr. de Sanctis την ετυμολογεί από την λέξη καυλός(= θήκη για στέλεχος δόρατος – βλ. Όμηρο > βλαστός, κορμός κίονα (χωρίς το κιονόκρανο), αλλά και το ανδρικό μόριο > λατ. cavus, caulis = κοῖλος).
Στην περιοχή έχουν εντοπιστεί και άλλοι 7 μικροί ελληνικοί οικισμοί της αρχαϊκής περιόδου, όλοι στην δεξιά όχθη[2] του ποταμού Στύλαρουκαι σχεδόν όλοι σε υπερυψωμένες θέσεις και σε απόσταση 1 χλμ. μεταξύ τους (εκτός από έναν στην περιοχή Στύλος– νυν Φράγκι – και έναν στην περιοχή Σέρρες). Ίσως μεγάλα «αγροκτήματα». Υπήρχαν μεταξύ 7ου – 6ου αιώνα π.Χ. Αλλά κανείς τους δεν επέζησε έως την ελληνιστική περίοδο.
Ο αρχαιολογικός χώρος, που εντοπίστηκε από τον Π. Όρσι στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, έχει αποφέρει σημαντικά δεδομένα με την πάροδο των ετών, σχετικώς με την έκταση των τειχών της πόλεως και την θέση ιερών περιοχών, νεκροπόλεων και αρκετών συνοικιών που προορίζονταν για ιδιωτική κατοικία.
Η Καυλων ιδρύθηκε, όπως και άλλες αποικίες στην περιοχή, από Αχαιούςαποίκους. Μερικοί μελετητές έχουν υποθέσει ότι μπορεί να ήταν υποαποικία του Κρότωνος (709 – 708 π.Χ.). Αυτή η εκδοχή θα εξηγούσε την ισχυρή επιρροή που αρχικώς άσκησε ο Κρότων στην Καυλωνα. Πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα, ωστόσο, υποδηλώνουν μια αρχαιότερη προέλευση της πόλεως, η οποία ιδρύθηκε από αποίκους που έφτασαν απ’ ευθείας από την Ελλάδα, γύρω στο τελευταίο τέταρτο του 8ου αιώνα π.Χ.!
Μετά την ήττα του Κρότωνα στην Μάχη της Σάγρας, όπου πολέμησε εναντίον της άλλης μεγάλης αρχαίας ελληνικής αποικίας της περιοχής, των Επιζεφυρίων Λοκρών (περίπου στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.), η Καυλών σίγουρα αύξησε την αυτονομία της, αναπτύσσοντας παράλληλα μια σειρά από οικονομικές δραστηριότητες, που διευκόλυναν την ανάπτυξη και την επιρροή της στην περιοχή. Ο θρύλος λέει ότι η θαυματουργή παρέμβαση των Διοσκούρωνήταν καθοριστική σε αυτή την μάχη – αυτό δείχνει μια κάποια σχέση με Λάκωνες. Τα δυνατά της σημεία ήταν αναμφίβολα:
η κοπή και πώληση ξυλείας, η παραγωγή πίσσας – όλα απαραίτητα για την ναυπηγική – και
η εξόρυξη.
Αλλά πόλη δεν εδραιώθηκε ποτέ πραγματικά οικονομικά, επειδή πολύ πιο ισχυρές αρχαίες ελληνικές αποικίες εμπόδισαν την επέκτασή της. Όπως και με την ιστορία της ίδρυσής της, οι λόγοι για την εγκατάλειψή της είναι επίσης ασαφείς. Ορισμένες πιθανές ημερομηνίες είναι:
η καταστροφή της το 389 π.Χ. από τον Διονύσιο Α’ τον Πρεσβύτερο, τύραννο των Συρακουσών, και
η καταστροφή των Καμπανών Ελλήνων (της Καμπανίας), που ήταν σύμμαχοι των Ρωμαίων, το 280 π.Χ., κατά την εκστρατεία του Πύρρου.
Μόλις το 205 π.Χ. η πόλις κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Δυστυχώς, η τελική εγκατάλειψη αυτού του κέντρου της Μεγάλης Ελλάδας είναι αίνιγμα.
Ωστόσο, οι αρχαιολογικές έρευνες έχουν επιβεβαιώσει την παρουσία ενός οχυρωμένου σταθμού για τον έλεγχο της κυκλοφορίας (statio), που χτίστηκε στο τέλος της ρεπουμπλικανικής εποχής (1ος αιώνας π.Χ.) κατά μήκος του δρόμου Τάραντα – Ρήγιου Καλαβρίας). Οι πηγές το αναφέρουν με διαφορετικά τοπωνύμια (Καυλων, Στυλίδα, Κόκυνθος). Η επικράτειά του χαρακτηρίζεται από την παρουσία αγροτικών επαύλεων, που μαρτυρούνται μέχρι το τέλος της αρχαιότητας
Ακριβώς μπροστά στη θάλασσα, λίγα μέτρα από το Αρχαιολογικό Μουσείο της αρχαίας Καυλώνας και κοντά σε αυτό που πρέπει να ήταν το αρχαίο ακρωτήριο Κόκυνθος, έχουν ανακαλυφθεί τα ερείπια ενός δωρικού ναού, που χρονολογείται στο β΄ μισό του 5ου αιώνα π.Χ. και ο οποίος, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, ίσως ήταν αφιερωμένος στον ΟμάριοΔία[5]. Οι θεότητες που λατρεύονται στο ιερόν με βεβαιότητα είναι η Αφροδίτηκαι ο Ζευς. Η χάλκινη πλάκα που βρέθηκε και ορίζεται ως Cauloniensis έχει μια αφιέρωση στον Δία γραμμένη στο αχαϊκό αλφάβητο[3]. Η ανακάλυψη χάλκινων φύλλων δάφνηςυποδηλώνει επίσης μια λατρεία αφιερωμένη στον Απόλλωνα, μεταξύ άλλων που απεικονίζονται στα εγχάρακτα ασημένια νομίσματα της Καυλωνίας. Τέλος, πάντα στον πίνακα Cauloniensis, βρίσκονται επίσης αναφορές στην Άρτεμη, τις Μούσεςκαι τις Χάριτες. Στην θέση Καζεμάτα βρέθηκαν αρκετά νομίσματα της περιόδου, και ίχνη λατρείας της Δήμητρας. Τον 3ο αιώνα π.Χ. ο ναός εγκαταλείφθηκε και η περιοχή αναδιοργανώθηκε για το θαλάσσιο λιμάνι. Τα θεμέλιά του έχουν διαστάσεις 41 x 18 μ. και διαθέτουν 36 κίονες κατά μήκος της εξωτερικής περιμέτρου. Επομένως, είναι ένας περίπτερος και εν παραστάσι ναός. Δεν σώζεται μεγάλο μέρος του άνω μέρους: ανάμεσα στους κίονες, ένα τύμπανο δωρικού ρυθμού και ένα κιονόκρανο. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι μελετητές έχουν εκτιμήσει ότι η κιονοστοιχία είχε ύψος 5 μ. περίπου. Το άνω μέρος έχει αποκαλύψει αρκετά θραύσματα, συμπεριλαμβανομένου του γείσου, το οποίο πρέπει να ήταν βαμμένο μαύρο/μπλε και κόκκινο σε ορισμένα σημεία για να τονιστεί. Ο Π. Όρσι, ο οποίος ανέσκαψε πρώτος τον ναό το 1912 – 1913, βρήκε επίσης και κεραμίδια, κατασκευασμένα από το πολύτιμο παριανόελληνικό μάρμαρο! Το ιερό ενσωμάτωσε ένα ακόμη αρχαιότερο, του 6ου αιώνα π.Χ., όπως τεκμηριώνεται από τα ευρήματα. Ο τελικός δωρικός ναός, ωστόσο, κτίστηκε γύρω στο 430 – 420 π.Χ. και παρέμεινε σε χρήση μόνο για λίγα χρόνια, αφού ο τύραννος Διονύσιος Α΄ των Συρακουσών κατέστρεψε την πόλη το 389 π.Χ.
Με βάση τις περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με την εγκατάλειψη της ελληνικής πόλης, είναι σχεδόν βέβαιον ότι τα οικοδομικά της υλικά λεηλατήθηκανήδη από την ρωμαϊκή κατοχή. Παρά ταύτα, πολλά άθικτα κεραμίδιαστέγης βρέθηκαν στα κατεστραμμένα στρώματα της κατασκευής.
Επώνυμοι άνδρες της πόλεως ήταν ο κατ’ επανάληψιν ολυμπιονίκης Δίκων και σημαντικών πυθαγορείων φιλοσόφων, όπως ο Δρύμων, ο Νάστας, ο Ξέντας, κ.ά.
Τα τετράγωνα τείχη της πόλης της Καυλωνίας περιέκλειαν την αρχαία ακρόπολη, η οποία ταυτιζόταν με τον λόφο Πιατσέτα, αλλά, το πιο σημαντικό μέρος τους, εκτεινόταν ανάμεσα στην ακτή και τους λόφους στα δυτικά. Αποτελούνταν από 11 πύργους, με ύψος 3 – 5 μ., ανάλογα με την μορφολογία του εδάφους και τον αμυντικό σχεδιασμό. Η κατασκευή των τειχών της πόλης εκτείνεται σε μια μακρά χρονολογική περίοδο, από τον 7ο – 6ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο αιώνα π.Χ. Η τεχνική κατασκευής που χρησιμοποιήθηκε μπορεί να παρομοιαστεί με μια κατασκευή από «μπάζα», τοποθετημένη μέσα σε μια επένδυση από σειρές από βότσαλα και ασβεστόλιθους. Τα άκρα και οι γωνίες ενισχύθηκαν με μεγαλύτερα, πιο τετραγωνισμένα τεμάχια διαφορετικής προέλευσης. Τουλάχιστον 4 πύλες άνοιγαν κατά μήκος της περιμέτρου. Τουλάχιστον μία από τις αυτές διέθετε εξαιρετικά προηγμένες στρατηγικές αμυντικές λύσεις.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν δείξει ότι η αστική διάταξη της αρχαίας πόλης ήταν ορθολογική, βασισμένη σε ορθογώνιους δρόμους. Αυτοί οι δρόμοι διέθεταν επίσης κατοικίες τυποποιημένου μεγέθους με μια κεντρική αυλή γύρω από την οποία ήταν διατεταγμένα τα διάφορα δωμάτια.
Ένα καλοδιατηρημένο παράδειγμα είναι η λεγόμενη «Πύλη του Δράκου», που ονομάστηκε έτσι από το υπέροχο πολύχρωμο μωσαϊκό που βρέθηκε στο κατώφλι της, και εικονίζει ιππόκαμπο– θαλάσσιο δράκο. Είναι το μεγαλύτερο ελληνικό ψηφιδωτό που βρέθηκε στην Μεγάλη Ελλάδα / Νότια Ιταλία. Εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο της Μονής.
Στις ανασκαφές του 2009 ανακαλυφθηκε ένας κορινθιακοςπρωτοκοτυλος, θραύσμα κορινθιακούκυπέλλου «τύπου Θάψου» και θραύσμα ενός σκύφου.
Το Μουσείο και Αρχαιολογικό Πάρκο Αρχαίας Καυλώνας
Ευρίσκονται κοντά στην σύγχρονη πόλη Μοναστεράτσε Μαρίνα, κατά μήκος μιας θαλάσσιας έκτασης που συνδέεται με την Ιώνια Οδό 106 και την σιδηροδρομική γραμμή Ρέτζιο Καλάμπρια-Τάραντα. Τα διαχειρίζεται το Κέντρο Μουσείων Καλαβρίας του Υπουργείου Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Δραστηριοτήτων και Τουρισμού Ιταλίας (MIBAC).
Το Μουσείο περιλαμβάνει κυρίως τα ευρήματα από την αρχαία αχαϊκή αποικία, που ανακαλύφθηκαν κατά την διάρκεια ανασκαφών που πραγματοποίησε ο Π. Όρσι στις αρχές του 20ού αιώνα, μαζί με πιο πρόσφατες ανακαλύψεις, εκείνες που επέτρεψαν την εξερεύνηση του οικισμού και των ιερών περιοχών από την δεκαετία του 1980.
Μέρος του μουσείου παρουσιάζει τις σημαντικές υποβρύχιες ανακαλύψεις που έγιναν στην θάλασσα μπροστά από το λιμάνι από τον «Σύλλογο Κόδρος», υπό την διεύθυνση του Στ. Μαριοτίνι. Αυτά είναι, αρχιτεκτονικά στοιχεία (κορυφές και βάσεις κιόνων από τον 5ο αιώνα π.Χ.) και κάποιος εξοπλισμός (αγκύρες, ράβδοι βαρών, βάρη κλπ.).
Το κοντινό Αρχαιολογικό Πάρκο βρίσκεται σε ένα γραφικό τοπίο. Η πρόσβαση σε αυτό από το Μουσείο γίνεται μέσω μιας υπόγειας διάβασης που παρακάμπτει την επικίνδυνη κρατική Οδό 106. Από εδώ, ανάμεσα στον σύγχρονο δρόμο και την θάλασσα, μπορείτε να ακολουθήσετε ένα μονοπάτι που σας επιτρέπει να δείτε τις τυπολογίες κατοικιών της αρχαίας πόλεως, μέχρι τον μνημειώδη δωρικό ναό.
Η βυθισμένη αρχαιολογική περιοχή
Οι πρώτες θεάσεις βυθισμένου αρχαιολογικού υλικού στην θάλασσα μπροστά από τον δωρικό ναότης Καυλωνίας χρονολογούνται από το 1935. Ο πρώτος υποβρύχιος αρχαιολόγος που κατάδυσε στην περιοχή ήταν ο G. Kapitän, ο οποίος το 1967, βρίσκοντας σπόνδυλους κιόνων και άλλα επεξεργασμένα υλικά, τα απέδωσε σε ναυάγιο. Ο Γερμανός μελετητής, όπως και άλλοι, δεν είχε κατάλαβε ότι ολόκληρη η παράκτια περιοχή αποτελείται από έναν σχηματισμό ψαμμίτη που επηρεάζεται από ισχυρά φαινόμενα θαλάσσιας διείσδυσης και καθίζησης, τα οποία προκαλούν μια συνεχή υποχώρηση της ακτής, η οποία κυριολεκτικά καταπίνεται από την θάλασσα λόγω ασταθούς τεκτονικής.
Οι υποβρύχιες έρευνες, που διεξάγονται για πάνω από 30 χρόνια από τον «Σύλλογο Κόδρος» με επί κεφαλής τον S. Mariottini σε συνεργασία με την Αρχαιολογική Εφορεία Καλαβρίας (MT Iannelli), έχουν επικεντρωθεί στην ακτή μεταξύ του δωρικού ναού και του ποταμού Άσσι, με ιδιαίτερη προσοχή σε μια ορθογώνια περιοχή, διαστάσεων 500 x 250 μ., όπου είναι διάσπαρτοι περίπου 200 ογκόλιθοι, που ανήκουν σε δομικά υλικά που μπορούν να ταξινομηθούν ως μέρος του ελληνικούτριλιθικού συστήματος (40 τύμπανα κιόνων, 25 ημιτελή ογκόλιθοι, 124 άλλοι ογκόλιθοι, δυο βάσεις κιόνων, δυο δέστρες πρόσδεσης). Ανάμεσα σε άλλα ευρέθησαν επίσης και κορινθιακοί αμφορείς (ή κορινθιακής παραγωγής, τύπου Β)[4]. Οι πετρολογικές αναλύσεις έχουν εντοπίσει κυρίως ασβεστόλιθο, ψαμμίτη, σχιστόλιθο και σκάρνο. Μάρμαρο βρέθηκε μόνο σε μία περίπτωση.
Η ερμηνεία αυτής της τοποθεσίας δεν είναι απλή, αλλά πρόσφατες γεωμορφολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι ολόκληρη η περιοχή έχει υποστεί βαθειά διάβρωση, καθίζηση και ευστατισμό για χιλιετίες. Είναι επομένως σαφές ότι κάποτε πρέπει να βρισκόταν επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και, με βάση αυτά τα δεδομένα, έχουν διατυπωθεί μερικές ερμηνευτικές υποθέσεις:
1) Η περιοχή ειδικευόταν στην επεξεργασία δομικών υλικών που εισάγονταν δια θαλάσσης και εκφορτώνονταν σε κοντινές αποβάθρες του λιμανιού. Οι δύο δέστρες που βρέθηκαν φαίνεται να αποτελούν καλή ένδειξη για μια κοντινή αποβάθρα, ή μαλλον
2) Βρισκόμαστε μπροστά στο εργοτάξιο ενός υπό κατασκευή ιωνικού ναού. Θα πρέπει να αποκλειστεί η χρήση που σχετίζεται με την εκκαθάριση παλαιών κτηρίων, λόγω της παντελούς απουσίας επαναχρησιμοποιήσιμων υλικών.
Αν επιχειρούσαμε μια παλαιοπεριβαλλοντική ανακατασκευή, είναι πιθανόν ολόκληρη η περιοχή να ήταν μέρος ενός συμπλέγματος αμμόλοφων, που αργότερα καταβροχθίσθηκε από την θάλασσα, και βρισκόταν κοντά σε μια λιμενική λεκάνη ή ένα λιμάνι καναλιού. Η τοποθεσία είναι πιθανόν να ταυτίζεται με το ακρωτήριο Κοκυνθος, που βρίσκεται κοντά στην Καυλωνια.
Η υποβρύχια αρχαιολογική περιοχή SOMMERSA DELL’ANTICA KAULON
Ο αρχαίος ναός στην ακτή του Κaulon Park, στο ακρωτήριο Στύλος / νυν Punta Stilo, διαθέτει ένα σημαντικό υποβρυχιο αρχαιολογικό πεδίο. Με τον καιρό, λόγω της ακτογραμμής και του φαινομένου bradisism, η ακτή έχει υποχωρήσει περίπου 300 μ. από την εποχή της αχαϊκής αποικίας!
Αυτή η ευρύχωρη περιοχή, ευρίσκεται τώρα σε βάθος 7,5 – 3 μ. και χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολλών καλά διαμορφωμένων και ημιτελών αρχιτεκτονικών στοιχείων: Πέτρες, βάθρα, τετράγωνα διαφορετικών μεγεθών, και σκαλιστές σκαφες.
Με βάση το στυλ, είναι πιθανόν να είναι του 480 και 470 π.Χ.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος από αυτά τα αντικείμενα είναι ακόμα υπό το νερό, περιτριγυρισμένο από ψάρια, καβούρια, σαλιγκάρια, trichs, castanets κ.ά. και πιστοποιημένο με άδεια για καταδύσεις, χάρη στο εξαιρετικά χαμηλό βάθος.
[2] Μόνο ένα αγρόκτημα – με ίχνη ελληνικού οικισμού του 6ου αιώνα π.Χ. υπάρχει στην αριστερή όχθη, στην περιοχή Fontanelle.
[3] Στην ανασκαφή του του 2008 ανακαλύφθηκε ένα λίθινο θραύσμα αφιέρωσης, σε μια μεικτή ελληνο – οσκική γλώσσα, γραμμένη σε ένα μεικτό ελληνο-οσκικο αλφάβητο, του 4ου – 3ου αιώνα π.Χ. Αναφέρεται στην θεά Αφροδίτη.
Στην ανασκαφή του 2013, βρέθηκε στο αστικό ιερό μια χάλκινη πλάκας του 5ου αιώνα π.Χ. με αφιέρωση στο αχαϊκό αλφάβητο, με γραφικό στυλ στοιχηδόν(*), ανεπτυγμένη σε 18 γραμμές. Πρόκειται για το μεγαλύτερο αχαϊκό κείμενο που βρέθηκε ποτέ στη Μεγάλη Ελλάδα!
(*) Το στυλ στοιχηδόν (= κατά στοίχους / σειρές, γραμμές) ήταν ένα επιγραφικό στυλ με χάραξη των κεφαλαίων γραμμάτων των αρχαίων ελληνικών επιγραφών με τέτοιο τρόπο, ώστε τα γράμματα να ευθυγραμμίζονται τόσο κάθετα όσο, και οριζόντια. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στην Αττική, αλλά ήταν σε ευρεία χρήση σε όλον τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, τουλάχιστον από τον 6ο αιώνα π.Χ. – βλ. Κόρη Φρασίκλεια, Διάταγμα της Σαλαμίνας, γενεαλογική επιγραφή από το Ηρώο των ΟινόανδωνΛυκίας(3ος αι. μ.Χ.), κ.ά. Ήταν το επίσημο στυλ των αθηναϊκών επιγραφών (5ου – 4ου αιώνα π.Χ.) και αυτό που προτιμούσαν οι επίσημες κρατικές διακηρύξεις (λ.χ. ιερος νόμος για την λατρεία στους ναούς της Ακρόπολης – EM 6794, IG I 3 4B.
[4] με ελαφρώς ανεστραμμένο χείλος, κυλινδρικό λαιμό, λοξές, παχειές ταινιωτές λαβές, ωοειδές σώμα, πόδι με κοντή, πεπλατυσμένη άκρη. Οι κορινθιακοί αμφορείς εισήχθησαν σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου, γύρω στον 6ο αιώνα π.Χ.
[5] Ο Ἁμάριος > Ὁμάριος Ζευς ήταν ο προστάτης των συνεδριάσεων της Αχαϊκής Ομοσπονδίας > Ὁμαγύριος, επίθετο, προσωνυμία του Διος. Η λατρεία επεκτάθηκε και στον Ορχομενό Αρκαδίας, και στην Αίγυπτο(από επιγραφές) < ἁμαρεῖν, ἀκολουθεῖν, πείθεσθαι από το αμάρτυρο επίθετο ἁμᾱρης ή ἅμᾱρος (< ἅμα + ἀραρίσκω, επιθ. ἁμαρές) και συνδέεται με το επίρρημα ἁμαρτῆ και το ρ. ἁμαρτῶ – ΠΗΓΗ: Ησύχ. Plb.2.39.6, cf. 5.93.10, cf. και επιγραφές IG 5(2).344.8 (από Ορχομενό Αρκαδίας, 3ος μ.Χ. αι.), και SB 357 (Αιγύπτου).
Κρανίο και κάτω γνάθος από το Qafzeh 25, στα οποία φαίνονται τα απολιθωμένα υπολείμματα που μελέτησαν οι ερευνητές. [Credit: Pantoja-Pérez et al., Sci Rep (2026) / CENIEH]
Μια εντυπωσιακή αρχαιολογική μελέτη φέρνει στο φως πιθανότατα το αρχαιότερο γνωστό περιστατικό τραυματισμού από μαχαίρι στην ιστορία του ανθρώπου. Ερευνητές εκτιμούν ότι ένας Homo sapiens, ο οποίος έζησε πριν από περίπου 100.000 χρόνια, δέχθηκε ισχυρό χτύπημα με αιχμηρό αντικείμενο στο πρόσωπο, κατάφερε να επιζήσει για κάποιο διάστημα και τελικά πέθανε αργότερα.
Είδη και αξεσουάρ μαχαιροποιίας
Τα ευρήματα προέρχονται από το απολίθωμα Qafzeh 25, που ανακαλύφθηκε το 1979 στο Σπήλαιο Κάφζεχ στο Ισραήλ και χρονολογείται μεταξύ 92.000 και 145.000 ετών. Το συγκεκριμένο εύρημα ξεχωρίζει, καθώς διατηρεί τραύμα στην κάτω γνάθο, το οποίο φαίνεται να είχε ήδη αρχίσει να επουλώνεται.
Οι επιστήμονες του Ισπανικού Εθνικού Κέντρου Έρευνας για την Ανθρώπινη Εξέλιξη ανέλυσαν το απολίθωμα με μικροσκοπικές τεχνικές και αξονική τομογραφία υψηλής ανάλυσης. Η εξέταση αποκάλυψε μια βλάβη που επηρέαζε τόσο το οστό της κάτω γνάθου όσο και έναν κάτω προγόμφιο, χαρακτηριστικά που συνάδουν με τραυματισμό από αιχμηρό αντικείμενο, πιθανότατα μαχαίρι ή δόρυ.
Το γεγονός ότι το τραύμα είχε αρχίσει να επουλώνεται υποδηλώνει πως ο άνθρωπος δεν πέθανε αμέσως μετά την επίθεση, αλλά έζησε αρκετό χρονικό διάστημα ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία επούλωσης.
Κοντινή λήψη του επουλωμένου τραύματος από αιχμηρό αντικείμενο στην κάτω γνάθο του Qafzeh 25. [Credit: Pantoja-Pérez et al., Sci Rep (2026) / CENIEH]
Παρότι οι ερευνητές δεν μπορούν να προσδιορίσουν με βεβαιότητα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε ο τραυματισμός, εκτιμούν ότι πρόκειται για μία από τις ελάχιστες γνωστές περιπτώσεις πιθανής βίας με αιχμηρό όπλο κατά τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο.
Τραυματισμοί
Η μελέτη αποκάλυψε επίσης στοιχεία για την υγεία του ατόμου. Οι επιστήμονες εντόπισαν τερηδόνα που δεν είχε καταγραφεί στο παρελθόν, καθώς και ατέλειες στο σμάλτο των δοντιών, ευρήματα που προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τις συνθήκες διαβίωσης των πρώτων σύγχρονων ανθρώπων που εγκαταστάθηκαν εκτός Αφρικής.Αρχαιολογία
Παράλληλα, οι ερευνητές θεωρούν απίθανο ο θάνατός του να προκλήθηκε από επίθεση άγριου ζώου. Η κατάσταση διατήρησης του σκελετού δείχνει ότι το σώμα είχε ταφεί σκόπιμα, ενισχύοντας την άποψη ότι το Σπήλαιο Κάφζεχ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους για τη μελέτη των πρώιμων ταφικών πρακτικών του Homo sapiens.
Σύμφωνα με την επικεφαλής της έρευνας, Άνα Παντόχα Πέρεθ, τα νέα δεδομένα συμβάλλουν στην κατανόηση της κοινωνικής εξέλιξης του ανθρώπου, καθώς προσφέρουν νέα στοιχεία για τη διαπροσωπική βία, τη φροντίδα τραυματισμένων ατόμων και τις πρώτες οργανωμένες ταφικές πρακτικές, συμπεριφορές που θεωρούνται καθοριστικές για την ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών.
Pantoja-Pérez, A., Martín-Francés, L., May, H., Hershkovitz, I., & Sala, N. (2026). A taphonomic reassessment of Qafzeh 25 and its implications for violence, health and funerary practices. Scientific Reports. doi:10.1038/s41598-026-58670-0