Amfipoli News
















Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Η ρωμαϊκή σφίγγα που κάποτε φύλαγε έναν νεκρό βρέθηκε εντοιχισμένη σε σκαλοπάτι στην Ισπανία



Η σφίγγα του Ελ Μοναστίλ σε αναπαράσταση· με πορτοκαλί φαίνεται το θραύσμα που είχε χρησιμοποιηθεί ως οικοδομική πέτρα και αναγνωρίστηκε ως μέρος ρωμαϊκής ταφικής σφίγγας.

 Στην Έλντα της Ισπανίας, ένα γλυπτό θραύσμα που είχε χρησιμοποιηθεί ως οικοδομική πέτρα αναγνωρίστηκε ως σπάνια ρωμαϊκή ταφική σφίγγα του 1ου αιώνα μ.Χ. ένα πλάσμα που κάποτε προστάτευε έναν τάφο και αιώνες μετά είχε γίνει σκαλοπάτι.

Κάποτε ήταν φτιαγμένη για να φυλάει έναν νεκρό. Αιώνες αργότερα, κάποιος την έκοψε, τη χτύπησε, αλλοίωσε σχεδόν όλη τη μορφή της και την έκανε σκαλοπάτι.

Στον αρχαιολογικό χώρο του Ελ Μοναστίλ, στην Έλντα της επαρχίας Αλικάντε, ένα γλυπτικό θραύσμα που είχε χρησιμοποιηθεί ως απλό οικοδομικό υλικό ταυτοποιήθηκε πλέον ως τμήμα ρωμαϊκής ταφικής σφίγγας του 1ου αιώνα μ.Χ. Το εύρημα δεν είναι απλώς ακόμη ένα κομμάτι γλυπτικής που προστίθεται στο αρχαιολογικό αρχείο της περιοχής. Είναι ένα αντικείμενο που δείχνει, σχεδόν βίαια, πώς αλλάζουν οι ζωές των μνημείων: από ταφική μορφή προστασίας, σε ανώνυμη πέτρα μιας μεταγενέστερης κατασκευής.

Το θραύσμα είχε εντοιχιστεί σε μικρή κλίμακα τριών σκαλοπατιών, σε κατασκευή που συνδέεται με τείχος του 5ου ή 6ου αιώνα. Η αρχική του λειτουργία, όμως, ήταν πολύ παλαιότερη. Σύμφωνα με τους ερευνητές, πρόκειται για μέρος μεγάλης σφίγγας που πιθανότατα ανήκε σε ταφικό μνημείο προσώπου της τοπικής ρωμαϊκής ελίτ.


Η ρωμαϊκή σφίγγα που κάποτε φύλαγε έναν νεκρό βρέθηκε εντοιχισμένη σε σκαλοπάτι στην ΙσπανίαFacebook Twitter
 Το ασβεστολιθικό θραύσμα που αναγνωρίστηκε ως τμήμα ρωμαϊκής ταφικής σφίγγας, μετά τον καθαρισμό του

Η ιστορία της αναγνώρισής της άρχισε σχεδόν τυχαία. Κατά τη διάρκεια εργασιών στον αρχαιολογικό χώρο είχε αποκαλυφθεί μια μικρή κλίμακα. Ύστερα από έντονες βροχοπτώσεις, μέρος των λίθων κατέρρευσε. Τότε οι αρχαιολόγοι διαπίστωσαν ότι ένας από τους λίθους δεν ήταν μια απλή ορθογώνια πέτρα, αλλά τμήμα μεγάλου γλυπτού που είχε κοπεί και προσαρμοστεί για να χρησιμοποιηθεί ως υλικό δεύτερης χρήσης.

Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα spolia, δηλαδή επαναχρησιμοποίησης παλαιότερων αρχιτεκτονικών ή γλυπτικών μελών σε νεότερες κατασκευές. Στην περίπτωση της σφίγγας της Έλντα, όμως, η επαναχρησιμοποίηση έχει και μια σχεδόν σκοτεινή ειρωνεία: ένα πλάσμα που είχε φτιαχτεί για να προστατεύει τη μνήμη ενός νεκρού έγινε κάποια στιγμή υλικό πάνω στο οποίο πατούσαν οι ζωντανοί.

Η ταύτιση του θραύσματος δεν ήταν εύκολη. Η επιφάνειά του είχε υποστεί φθορές, χτυπήματα και κοπές. Από την αρχική μορφή σώζονταν μόνο αποσπασματικά στοιχεία: τμήμα του κορμού, η αρχή των μπροστινών ποδιών, ίχνη φτερού και ανατομικά χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν σε υβριδικό πλάσμα. Αρχικά εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο να πρόκειται για ιβηρική φτερωτή γυναικεία μορφή.

Μετά τον καθαρισμό, τη συντήρηση και τη νέα μελέτη του γλυπτού, η ομάδα του αρχαιολόγου Αντόνιο Μ. Ποβέδα Ναβάρο, μαζί με τον Φεράν Αράσα ι Χιλ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βαλένθια και ειδικό στη ρωμαϊκή γλυπτική της Ιβηρικής χερσονήσου, κατέληξε ότι πρόκειται για ρωμαϊκή ταφική σφίγγα.

Στον αρχαίο κόσμο, η σφίγγα δεν ήταν απλώς διακοσμητικό μυθολογικό πλάσμα. Σε ταφικά συμφραζόμενα λειτουργούσε ως φύλακας του τάφου και του νεκρού. Ως φτερωτή μορφή είχε και ψυχοπομπικό χαρακτήρα, συνδεόταν δηλαδή με τη συμβολική μετάβαση της ψυχής στον άλλο κόσμο. Η μορφή της, με σώμα λέαινας, φτερά και γυναικεία χαρακτηριστικά, πέρασε από την αιγυπτιακή και την ελληνική παράδοση στον ρωμαϊκό κόσμο, όπου διατήρησε τη σχέση της με τον θάνατο, την προστασία και τη μνήμη.

Η σφίγγα της Έλντα είναι λαξευμένη σε μπεζ ασβεστόλιθο της περιοχής. Το σωζόμενο τμήμα έχει ύψος περίπου 31 εκατοστά, πλάτος 55 εκατοστά και πάχος 25 εκατοστά. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο της αρχικής μορφής. Λείπουν το επάνω τμήμα, όπου θα βρισκόταν το κεφάλι και το μεγαλύτερο μέρος των φτερών, καθώς και το κάτω τμήμα, με τα μπροστινά πόδια και το πίσω μέρος του σώματος.

Σύμφωνα με την ανάλυση των ερευνητών, το γλυπτό χρονολογείται από την εποχή του Αυγούστου έως περίπου τα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. και πιθανότατα ανήκε σε ταφικό μνημείο προσώπου που συνδεόταν με τη ρωμαϊκή αποικία Ilici Augusta, στη σημερινή Έλτσε. Το πρόσωπο για το οποίο είχε στηθεί το μνημείο πρέπει να ανήκε στην τοπική ρωμαϊκή ελίτ, σε έναν κόσμο όπου τα ταφικά μνημεία δεν δήλωναν μόνο πένθος, αλλά και κοινωνική θέση, κύρος και μνήμη.

Ο αρχαιολογικός χώρος του Ελ Μοναστίλ θεωρείται ένας από τους πιο ενδιαφέροντες της νοτιοανατολικής Ισπανίας. Έχει δώσει ευρήματα και ενδείξεις από πολλές ιστορικές φάσεις: από την Εποχή του Χαλκού και την ιβηρική και ρωμαϊκή περίοδο μέχρι τη βυζαντινή, τη βησιγοτθική και την ανδαλουσιανή παρουσία. Αυτό ακριβώς κάνει το εύρημα ακόμη πιο εύγλωττο. Η σφίγγα δεν βρέθηκε σε έναν ανέπαφο τάφο, αλλά μέσα σε έναν χώρο όπου οι εποχές πατούν η μία πάνω στην άλλη.

Η νέα ταύτισή της δεν προσθέτει απλώς ένα σπάνιο δείγμα ρωμαϊκής ταφικής γλυπτικής στον κατάλογο των ευρημάτων της Ιβηρικής χερσονήσου. Ξαναδίνει μορφή σε κάτι που είχε χάσει τη μορφή του.

Ένα κομμάτι πέτρας που για αιώνες είχε αποκοπεί από την ιστορία του επιστρέφει τώρα σε αυτήν: όχι πια ως σκαλοπάτι, αλλά ως σφίγγα, φύλακας ενός νεκρού που δεν γνωρίζουμε, αλλά του οποίου η μνήμη επέζησε μέσα από ένα ακρωτηριασμένο θραύσμα.

Με στοιχεία από El País

Διαβάστε Περισσότερα...

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

«Το ορατό φως είναι ένα και συνεχές!». Οι αρχαίοι Έλληνες ιδρυτές και της επιστήμης της Οπτικής

 


Του Γιώργου Λεκάκη

Η επιστήμη που μελετά το φως ονομάζεται οπτική 

Οι πρώτοι που προσπάθησαν να εξηγήσουν τι είναι το φως ήταν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Όπως, οι:

  • Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (5ος αι. π.Χ.) που υποστήριξε ότι το μάτι εκπέμπει ακτίνες, οι οποίες συναντούν το φως.
  • Δημόκριτος ο Αβδηρίτης ο Θραξ, που πρότεινε ότι από τα αντικείμενα εκπέμπονται λεπτές εικόνες (είδωλα) που φτάνουν στο μάτι.
  • Πλάτων – ο πρώτος που διατύπωσε την θεωρία της ακτινοβολίας, ότι η οπτική αντίληψη επιτυγχάνεται από τις ακτίνες που εκπέμπονται από τα μάτια.
  • Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης, εθεώρησε ότι το φως είναι η ενέργεια ενός διαφανούς μέσου και δεν είναι υλικό σώμα.
  • Ευκλείδης (4ος – 3ος αι. π.Χ.) – έγραψε μια πραγματεία με τίτλο “Οπτική”, στην οποία συνέδεσε την όραση με την γεωμετρία, δημιουργώντας την γεωμετρική οπτική. Βάσισε το έργο του στη θεωρία της ακτινοβολίας του Πλάτωνος. [Σκεφτείτε ότι η πρώτη οπτική πραγματεία του J. Kepler είχε τίτλο “Ad Vitellionem paralipomena quibus astronomiae pars optica traditur”, και εκδόθηκε το 1604].

Και μετά ακολούθησαν και άλλοι Έλληνες. Έτσι ετέθησαν οι βάσεις της Οπτικής επιστήμης.

  • ὀπτός < όπωπα = ορατός, αποξηραμένος, αποστραγγισμένος από τις ηλιακές ακτίνες, αυτός που έχει υποστεί όπτηση (> ο ψητός, ο ψημένος, κλπ.), ρ. ὀπτάω, ὑπερθ. ὀπτότατος, ὠπτημένος, κλπ.
  • φῶς < φάος, φῷδες, φωΐς, αιολ. φάος, φάεος και επικ. τ. φόως, αἰολ. φαῦος, φάβος / φάϝος, φαυοφόρος > παμφυλια φάFος > φόως· πληθ. φάεα, σπαν. φῶτα.
  • Φως σήμερα νοείται το ορατό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος [στην περιοχή από 380 nm έως 780 nm (790 THz έως 385 THz)].

Fragment of ancient Greek red-figure pottery showing a female figure with an outstretched arm.

Για να φτάσουμε στο ανυπέρβλητο:

Greek quote from De Mysteriis 1.9.31 attributed to Iamblichus, framed with a red border and 'ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ' label.

  • «… καὶ μὴν τό γε φῶς τὸ ὁρώμενον ἕν ἐστι συνεχές, πανταχοῦ τὸ αὐτὸ ὅλον, ὥστε μὴ οἷόν τε εἶναι χωρὶς ἀποτεμνέσθαι τι αὐτοῦ μόριον μηδὲ κύκλῳ περιλαβεῖν μηδὲ ἀποστῆσαί ποτε τοῦ παρέχοντος τὸ φῶς». – ΠΗΓΗ: Ιάμβλιχος, De Mysteriis[1], 1.9.31.

Απόδοση στα Νέα Ελληνικά του Γ. Λεκάκη:

  • «… Και πράγματι, το ορώμενο / ορατό φως είναι ένα και συνεχές, παντού το ίδιο ολόκληρο· ώστε να μην είναι δυνατόν να αποκοπεί κάποιο μόριο / μέρος του, ούτε να περιληφθεί / περικλειστεί μέσα σε έναν κύκλο, ούτε ποτέ να χωριστεί από εκείνο που παρέχει το φως».

Σε αυτό το χωρίο, ο Ιάμβλιχος υποστηρίζει ότι το φως δεν αποτελείται από ανεξάρτητα τμήματα / κομμάτια, που μπορούν να αποσπαστούν από την πηγή τους. Είναι μια ενιαία και αδιάσπαστη οντότητα / παρουσία, η οποία παραμένει αχώριστα συνδεδεμένη με την πηγή του – αυτό που το παρέχει / εκπέμπει».

Εδώ γίνεται για πρώτη φορά λόγος για πάροχο φωτός.

Και αφού μιλά για ὁρώμενον φως, σημαίνει ότι γνωρίζει πολύ καλά ότι υπάρχει και μή ὁρώμενον φως. [“ορατών τε πάντων και αοράτων”].

Οι Έλληνες θεωρούσαν την οπτική ως μέρος της φιλοσοφικής διδασκαλίας, η οποία είχε δύο αντιτιθέμενες θεωρίες, σχετικως με το πώς λειτουργεί η όραση:

  • την θεωρία της ενδόρασης (ενδοσκόπηση) – θεωρούσε την όραση ως προερχόμενη από αντικείμενα, που δημιουργούσαν αντίγραφα του εαυτού τους (είδωλα), τα οποία αποτυπώνονταν με το μάτι, και
  • την θεωρία της ακτινοβολίας.

Το πνευματικό φως (ο θεός) έχει χρησιμοποιηθεί πολλάκις από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς-φιλοσόφους ως φιλοσοφικό παράδειγμα. Αλλά στο συγκεκριμένο σημείο, υπάρχει μια σπουδαία επιστημονική γνώση για την φύση και τις ιδιότητες του φωτός.

Τέλος, Οι πρώτοι γνωστοί φακοί προέρχονται από την Κρήτη (συχνάκις κατασκευασμένοι από γυαλισμένους κρυστάλλους χαλαζία), ήδη από το 2000 π.Χ. (Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου Κρητης), ενώ οι φακοί από την Ρόδο χρονολογούνται γύρω στο 700 π.Χ., όπως και οι της Ασσυρίας (λ.χ. φακός Νιμρούντ).

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Λεξικο παραδοσεων». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.2.1999.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:

[1] Το «Περὶ τῶν Αἰγυπτίων Μυστηρίων» ή στα λατινικά «De Mysteriis Aegyptiorum» είναι το σημαντικότερο σωζόμενο έργο του Ιαμβλίχου (245; – 325 μ.Χ.), ενός από τους κορυφαίους φιλοσόφους του νεοπλατωνισμού. Σε αυτό ο Ιάμβλιχος προσπαθεί να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να ενωθεί με τον Θεό;

Τέλος, Οι πρώτοι γνωστοί φακοί προέρχονται από την Κρήτη (συχνάκις κατασκευασμένοι από γυαλισμένους κρυστάλλους χαλαζία), ήδη από το 2000 π.Χ. (Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου Κρητης), ενώ οι φακοί από την Ρόδο χρονολογούνται γύρω στο 700 π.Χ., όπως και οι της Ασσυρίας (λ.χ. φακός Νιμρούντ).

arxeion-politismou.gr

Διαβάστε Περισσότερα...

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Bρέφος ηλικίας 6.000 ετών αποτελεί μία από τις αρχαιότερες περιπτώσεις κακοποίησης παιδιών


  Τα τραύματα που εντοπίστηκαν δεν αντιστοιχούσαν με αυτά ατυχήματος ή ασθένειας

Ένα βρέφος ηλικίας 6.000 ετών που είχε ταφεί στην αρχαία Συρία έχει προσφέρει στους ερευνητές αυτό που φαίνεται να είναι η παλαιότερη γνωστή περίπτωση κακοποίησης παιδιού στη Μέση Ανατολή.

Τα οστά του παιδιού παρουσιάζουν επαναλαμβανόμενους τραυματισμούς που υποδηλώνουν σωματική κακοποίηση και όχι ασθένεια ή ατύχημα. Τα ευρήματα δημοσιεύονται στο περιοδικό International Journal of Osteoarchaeology.

Τα συμπεράσματα για το βρέφος

Το βρέφος έζησε μεταξύ του 4200 και του 3900 π.Χ. στο Tell Brak, μία από τις παλαιότερες πόλεις του κόσμου στην αρχαία Μεσοποταμία. Οι αρχαιολόγοι εντόπισαν το παιδί σε έναν χώρο ταφής για βρέφη και παιδιά, εντός μιας περιοχής εργαστηρίων. Η ανάπτυξη των δοντιών έδειξε ότι το μωρό ήταν ηλικίας μεταξύ 6 και 9 μηνών κατά τον θάνατό του.

Ο σκελετός παρουσίαζε διάφορα σημάδια τραύματος. Οι ερευνητές εντόπισαν τέσσερα σπασμένα πλευρά κοντά στο στέρνο, ασυνήθιστη οστική ανάπτυξη στον δεξιό μηρό και πορώδεις αλλοιώσεις και στις δύο πλευρές του κρανίου. Ορισμένα κατάγματα των πλευρών είχαν ήδη αρχίσει να επουλώνονται. Αυτό δείχνει ότι το βρέφος έζησε για κάποιο χρονικό διάστημα μετά τους τραυματισμούς.

Η ομάδα συνέκρινε τα λείψανα του παιδιού με άλλους σκελετούς νεαρών ατόμων από το ίδιο νεκροταφείο. Κανένα από τα άλλα παιδιά με καλά διατηρημένα πλευρά δεν παρουσίαζε παρόμοια κατάγματα. Το μοτίβο των τραυματισμών διακρινόταν από αυτό κάθε άλλου παιδιού στην ομάδα των ταφών.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές εξέτασαν άλλες πιθανές αιτίες. Οι τραυματισμοί κατά τον τοκετό δεν ταίριαζαν, καθώς τέτοια κατάγματα συνήθως επουλώνονται μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η ανάπτυξη και η οστική πυκνότητα των οστών ήταν παρόμοιες με αυτές άλλων παιδιών της ίδιας περιόδου, γεγονός που καθιστούσε απίθανη την ύπαρξη οστικής νόσου. Η ομάδα απέκλεισε επίσης αρκετές άλλες αιτίες και ασθένειες. Η αρχαία Μεσοποταμία διέθετε εύφορη γη και άφθονο ηλιακό φως, οπότε η πιθανότητα σοβαρής έλλειψης βιταμινών ήταν μικρή. Ούτε μια μεμονωμένη πτώση ταίριαζε με το πρότυπο των τραυματισμών.

Η ζωή κατά την περίοδο της φερόμενης κακοποίησης του παιδιού

Αντίθετα, τα οστά παρουσίαζαν σημάδια που οι γιατροί συχνά συνδέουν με τραύμα που δεν οφείλεται σε ατύχημα. Τα κατάγματα πλευρών είναι σπάνια στα βρέφη, καθώς τα οστά τους είναι μαλακά και εύκαμπτα. Η ύπαρξη αρκετών σπασμένων πλευρών κοντά στο στέρνο, χωρίς άλλη σαφή αιτία, δημιουργεί σοβαρές υποψίες για σωματική κακοποίηση. Οι ερευνητές χαρακτήρισαν την περίπτωση ως βία που προκλήθηκε από τον φροντιστή, καθώς τα στοιχεία δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του ατόμου που προκάλεσε τους τραυματισμούς. Στις αρχαίες οικογένειες, συχνά αρκετοί ενήλικες μοιράζονταν τη φροντίδα των μικρών παιδιών.

Η διαπίστωση παιδικής κακοποίησης σε αρχαίους σκελετούς είναι σπάνια. Οι κακώσεις των μαλακών ιστών εξαφανίζονται μετά το θάνατο, αφήνοντας μόνο τα οστά για μελέτη. Μόνο λίγες παρόμοιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί από την Αίγυπτο, τη Γαλλία και τη Λιθουανία.

Η ομάδα εξέτασε επίσης τις συνθήκες ζωής στο Tell Brak κατά τη διάρκεια της ζωής του παιδιού. Ο οικισμός εξελισσόταν σε μία από τις πρώτες πόλεις στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η ραγδαία αστική ανάπτυξη και οι αλλαγές στην οικογενειακή ζωή ενδέχεται να είχαν ασκήσει επιπλέον πίεση στα νοικοκυριά. Αν και η ακριβής αιτία της βίας δεν θα γίνει ποτέ γνωστή, η συγκεκριμένη περίπτωση προσφέρει σπάνια στοιχεία για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν ορισμένα παιδιά καθώς οι πρώτες πόλεις άρχιζαν να αναπτύσσονται.

Με πληροφορίες από Archaeology News Online Magazine

Διαβάστε Περισσότερα...

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Λύθηκε ο μεγαλύτερος γρίφος των Ελευσινίων Μυστηρίων; Το πείραμα του ΕΚΠΑ και η θεωρία του «Αρχαίου LSD»

 


Ήταν ο Κυκεώνας το «LSD» της αρχαιότητας; Ελληνική ερευνητική ομάδα από το ΕΚΠΑ ρίχνει φως στο αρχαιότερο μυστήριο της Ελευσίνας μέσα από ένα ιστορικό πείραμα.

Για περισσότερο από μία χιλιετία, χιλιάδες άνθρωποι από κάθε γωνιά του αρχαίου κόσμου διέσχιζαν την Ιερά Οδό με έναν και μόνο σκοπό: να φτάσουν στην Ελευσίνα και να μυηθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια. Φιλόσοφοι, αυτοκράτορες και απλοί πολίτες έβγαιναν από το Τελεστήριο βαθιά αλλαγμένοι, έχοντας χάσει τον φόβο του θανάτου.

Τι ακριβώς έβλεπαν ή βίωναν παραμένει το μεγαλύτερο μυστήριο της αρχαιότητας. Ωστόσο, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ερωτήματα γύρω από την τελετή φαίνεται πως βρήκε, δεκαέξι αιώνες μετά, την επιστημονική του απάντηση σε ένα ελληνικό εργαστήριο.

Ο Κυκεώνας και η θεωρία του «Αρχαίου LSD»

Πριν από την κορύφωση της μύησης, οι συμμετέχοντες έπιναν τον Κυκεώνα, ένα τελετουργικό ποτό από κριθάρι, νερό και φλισκούνι. Το κριθάρι, όμως, προσβάλλεται συχνά από την «ερυσίβη», έναν μύκητα που παράγει ουσίες της ίδιας χημικής οικογένειας με το σύγχρονο LSD.

Το 1978, ο Άλμπερτ Χόφμαν (ο χημικός που εφηύρε το LSD) διατύπωσε τη θεωρία ότι ο Κυκεώνας περιείχε ψυχοδραστικές ουσίες από αυτόν τον μύκητα. Η θεωρία αυτή είχε ένα τεράστιο «αγκάθι»: η ερυσίβη είναι εξαιρετικά δηλητηριώδης για τον άνθρωπο. Πώς λοιπόν την κατανάλωναν χωρίς να πεθάνουν; Η θεωρία έμεινε στο συρτάρι ως μια απλή εικασία.

Λύθηκε ο μεγαλύτερος γρίφος των Ελευσινίων Μυστηρίων; Το πείραμα του ΕΚΠΑ και η θεωρία του «Αρχαίου LSD»
Δείγματα εργοτίου που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των εργαστηριακών πειραμάτων στο Εργαστήριο Φαρμακογνωσίας του ΕΚΠΑ.

Η λύση του γρίφου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, το Εργαστήριο Φαρμακογνωσίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) έπιασε ξανά το νήμα. Η ερευνητική ομάδα (Ευάγγελος Δαδιώτης, Ρωμανός Αντωνόπουλος) υπό τον καθηγητή Προκόπη Μαγιάτη, αποφάσισε να ελέγξει πειραματικά μια παλιά υπόθεση: Τι θα συνέβαινε αν ο μύκητας ερχόταν σε επαφή με «αλισίβα» (σταχτόνερο), ένα υλικό ευρέως γνωστό στην αρχαιότητα;

Μετά από μήνες εξαντλητικών πειραμάτων και χημικών αναλύσεων, το αποτέλεσμα ήταν συγκλονιστικό: Η επεξεργασία του μύκητα με αλισίβα οδήγησε στον σχηματισμό εργίνης (LSA), μιας ουσίας με ισχυρές ψυχοδραστικές ιδιότητες. Το εντυπωσιακότερο; Η ίδια διαδικασία εξαφάνιζε την τοξικότητα του μύκητα!

«Για εμάς το ερώτημα δεν ήταν αν οι αρχαίοι έπαιρναν LSD. Το ερώτημα ήταν αν η θεωρία ότι ο Κυκεώνας μπορούσε να παράγει ψυχοδραστικά αποτελέσματα είχε πραγματική χημική βάση. Και αποδείξαμε ότι η χημική διαδρομή ήταν απολύτως εφικτή», εξηγεί ο καθηγητής κ. Μαγιάτης.

Λύθηκε ο μεγαλύτερος γρίφος των Ελευσινίων Μυστηρίων; Το πείραμα του ΕΚΠΑ και η θεωρία του «Αρχαίου LSD»

Η επιβεβαίωση από την αρχαιολογία

Η εντυπωσιακή χημική ανακάλυψη συνδέεται ιδανικά με ένα πρόσφατο αρχαιολογικό εύρημα στην Ισπανία. Στο αρχαίο Εμπόριον, σε αγγεία που σχετίζονταν με τη λατρεία των Ελευσίνιων θεοτήτων, εντοπίστηκαν ίχνη από τα αλκαλοειδή του συγκεκριμένου μύκητα. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα ότι οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν αυτές τις ουσίες σε τελετουργικά συμφραζόμενα.

Η μελέτη του ΕΚΠΑ, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό Scientific Reports, κάνει ήδη τον γύρο του κόσμου, αποδεικνύοντας ότι η Ελευσίνα εξακολουθεί, χιλιάδες χρόνια μετά, να συναρπάζει και να κρύβει απαντήσεις για τα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης.

thriassio.gr

Διαβάστε Περισσότερα...

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Το «μενού» 2.100 ετών ενός πατσατζίδικου που βρέθηκε στην Πειραιά αποκαλύπτει τι έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες



  Τα προϊόντα ήταν ταξινομημένα σε τρεις ποιοτικές κατηγορίες, ανάλογα με την προέλευσή τους. Πρώτα αναφέρονται τα χοιρινά, που θεωρούνταν ανώτερης ποιότητας, ακολουθούν τα κατσικίσια ή αρνίσια και τέλος τα βοδινά

Μια μαρμάρινη επιγραφή που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά προσφέρει μια σπάνια ματιά στην καθημερινότητα και τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της πόλης πριν από περισσότερα από 2.100 χρόνια. Πρόκειται για μια αγορανομική επιγραφή του 1ου αιώνα π.Χ., η οποία λειτουργούσε ως επίσημος τιμοκατάλογος για τα προϊόντα που πωλούνταν στα λεγόμενα εφθοπωλεία, καταστήματα που μπορούν να θεωρηθούν οι πρόγονοι των σημερινών πατσατζίδικων.

mna

Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Γιώργο Σταϊνχάουερ στο βιβλίο Τα μνημεία και το Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά (1998), η επιγραφή καθόριζε τις ανώτατες τιμές για διάφορα μέρη των ζώων. Στο σωζόμενο κείμενο αναφέρονται χαρακτηριστικά τα «υείων ποδών» (χοιρινά ποδαράκια), «κεφαλής των οστών» (κεφαλάκι), «ἐγκεφάλου» (μυαλά), «μήτρας» (κοιλιά), «ἡπατίου» (συκώτι), «πλευμονίου» (πνευμόνια), «σπληνός» (σπλήνα), «χολικίων» (έντερα) και «οὐθατίου» (στήθος ή μαστός του ζώου). Δίπλα σε αρκετά από αυτά αναγράφεται η επιτρεπόμενη τιμή ή η σχέση της με την τιμή του κανονικού κρέατος, με όρους όπως «ἰσόκρεως» και «ἐξημίσους».

Τα προϊόντα ήταν ταξινομημένα σε τρεις ποιοτικές κατηγορίες, ανάλογα με την προέλευσή τους. Πρώτα αναφέρονται τα χοιρινά, που θεωρούνταν ανώτερης ποιότητας, ακολουθούν τα κατσικίσια ή αρνίσια και τέλος τα βοδινά.

mna1

Οι τιμές δίνονταν για ποσότητα μίας μνας, περίπου μισού κιλού, και υπολογίζονταν είτε σε χαλκούς – νόμισμα που αντιστοιχούσε στο 1/80 του οβολού – είτε σε σχέση με την τιμή του κρέατος. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν κρατικό τιμοκατάλογο, ο οποίος είχε στόχο να ελέγχει τις τιμές και να αποτρέπει την αισχροκέρδεια.

Η επιγραφή καταστράφηκε το 86 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας κατέλαβε τον Πειραιά. Τρία χρόνια αργότερα, το 83 π.Χ., χαράχθηκε ξανά από τον αγορανόμο της πόλης, ώστε να συνεχίσει να ισχύει ο επίσημος κατάλογος τιμών.

Πέρα από την αρχαιολογική της αξία, η επιγραφή αποτελεί ένα μοναδικό ντοκουμέντο της καθημερινής ζωής στην αρχαία Ελλάδα. Μέσα από λίγες χαραγμένες λέξεις αποκαλύπτει όχι μόνο τι έτρωγαν οι αρχαίοι Πειραιώτες, αλλά και ότι η αγορά λειτουργούσε ήδη με κανόνες, κρατικό έλεγχο και ανώτατες τιμές για βασικά είδη διατροφής.

mikropragmata.lifo.gr

Διαβάστε Περισσότερα...

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Είναι η Οδύσσεια η ωραιότερη ιστορία που γράφτηκε ποτέ;

 


Oι άνθρωποι κάθε εποχής ανακαλύπτουν την «Οδύσσεια» με τον δικό τους τρόπο. Το ταξίδι του δεν τελειώνει ποτέ, γιατί στην πραγματικότητα είναι το δικό μας ταξίδι. Εικονογράφηση: Λουκία/ LIFO

Το ομηρικό έπος συνεχίζει να μιλά σε κάθε εποχή γιατί αγγίζει με μοναδικό τρόπο τις πιο βαθιές ανθρώπινες αγωνίες και επιθυμίες. Τέσσερις άνθρωποι των γραμμάτων εξηγούν τη διαχρονική γοητεία του.

Η Οδύσσεια του Ομήρου, μετά από περίπου 2.800 χρόνια, συνεχίζει να διαβάζεται, να μεταφράζεται, να διδάσκεται, να εμπνέει κινηματογραφικές παραγωγές, θεατρικές παραστάσεις, μυθιστορήματα και σύγχρονες καλλιτεχνικές αναγνώσεις. Ελάχιστα έργα στην ιστορία της λογοτεχνίας έχουν επιδείξει τέτοια αντοχή στον χρόνο.

Η γοητεία της οφείλεται εν μέρει στην αφηγηματική της δύναμη – διαθέτει όλα όσα συνθέτουν μια συναρπαστική ιστορία: ταξίδια σε άγνωστους τόπους, τέρατα και μάγισσες, ναυάγια και κινδύνους, έρωτες και αποχωρισμούς, θεϊκές παρεμβάσεις, αγωνία και δικαίωση. Ο Οδυσσέας περιπλανιέται σε έναν κόσμο όπου το πραγματικό συνυπάρχει με το φανταστικό και κάθε σταθμός του ταξιδιού του ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο περιπέτειας. 

Ωστόσο, η διαχρονικότητα της «Οδύσσειας» δεν εξηγείται μόνο από την περιπέτεια. Στην καρδιά του έργου βρίσκεται μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία: η αναζήτηση της επιστροφής. Ο νόστος του Οδυσσέα προς την Ιθάκη έχει διαβαστεί ανά τους αιώνες ως αλληγορία της ίδιας της ζωής. Το ταξίδι είναι γεμάτο δοκιμασίες, λάθη, απώλειες και καθυστερήσεις, αλλά και γνώση, εμπειρία και ωρίμανση. Παράλληλα, το ομηρικό έπος αποτελεί ένα από τα πρώτα μεγάλα επιτεύγματα της αφηγηματικής τέχνης. Η «Οδύσσεια» δεν αφηγείται απλώς γεγονότα· στοχάζεται πάνω στην ίδια την αφήγηση. Ο Οδυσσέας γίνεται αφηγητής των περιπετειών του, μετατρέποντας τη μνήμη σε ιστορία.

«Η "Οδύσσεια" παραμένει μια συναρπαστική ιστορία, παρότι έχουν περάσει 28 αιώνες από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, γιατί στη διήγησή της, σε τελική ανάλυση, θίγονται και εξετάζονται όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν και θα απασχολούν εσαεί τον  ανθρώπινο νου».

Έτσι, το έργο μιλά όχι μόνο για όσα ζούμε αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τα θυμόμαστε και τα διηγούμαστε. Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι κάθε εποχής ανακαλύπτουν την «Οδύσσεια» με τον δικό τους τρόπο. Άλλοτε ως περιπέτεια, άλλοτε ως πολιτικό σχόλιο, άλλοτε ως ψυχολογικό δράμα ή ως φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Το ταξίδι του Οδυσσέα δεν τελειώνει ποτέ, γιατί στην πραγματικότητα είναι το δικό μας ταξίδι. Και όσο οι άνθρωποι θα αναζητούν έναν δρόμο μέσα στον κόσμο, η «Οδύσσεια» θα εξακολουθεί να τους δείχνει τον χάρτη.

Τέσσερις μελετητές και άνθρωποι των γραμμάτων εξηγούν γιατί το έπος του Ομήρου εξακολουθεί να συνομιλεί με κάθε εποχή και γιατί το ταξίδι του Οδυσσέα παραμένει, με διαφορετικούς τρόπους, και δικό μας ταξίδι.

Θεόδωρος Παπαγγελής

Καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους αυτό το πολύ αρχαίο ομηρικό έπος μένει στην επικαιρότητα. Ένας πολύ προφανής πρώτος λόγος είναι το παραμυθικό και φαντασιακό στοιχείο το οποίο υπάρχει στην «Οδύσσεια» με τις εξωτικές περιπέτειες του κεντρικού ήρωα. Αυτό πάντοτε είναι αρκετά ελκυστικό, για τη φαντασία του αναγνώστη, ιδίως όμως για τον κινηματογράφο που βλέπετε ότι εκμεταλλεύεται ακριβώς αυτό το εξωτικό στοιχείο.

Ένας άλλος λόγος είναι ότι το θαλασσινό ταξίδι της επιστροφής, του νόστου, είναι μια διαδικασία βιωματικής και βιωτικής δοκιμασίας η οποία πάντοτε έχει το ενδιαφέρον της. Θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί το προφανές. Την «Ιθάκη» του Καβάφη, ο οποίος θέτει ως στόχο μεν την Ιθάκη, αλλά το βάρος βρίσκεται στη διαδικασία του ταξιδιού και στον προσπορισμό, το κέρδος των εμπειριών που σε κάνει πλούσιο. Αυτό το θαλασσινό ταξίδι του Οδυσσέα, όπως το αφηγείται το ομηρικό έπος, είναι μια αλληγορία για την ανθρώπινη ζωή. Κάτι το οποίο νομίζω ότι πάντοτε κεντρίζει το ενδιαφέρον ως αλληγορία.

Ένα άλλο στοιχείο είναι η διαφορά ανάμεσα στη λογική, στον ορθό λόγο του κεντρικού ήρωα, και στην επιπολαιότητα των συντρόφων του. Δηλαδή ο ηγέτης είναι αυτός ο οποίος πάντοτε πρέπει να δώσει τεκμήρια ορθού λόγου, ορθολογικής σκέψης, ορθολογικής απόφασης και επιμονής, κάτι το οποίο ανθρωπολογικά το ενσαρκώνει ο Οδυσσέας.

Ένας ακόμα λόγος είναι η ικανοποίηση του αισθήματος δικαίου και αποκατάστασης της ηθικής αλλά και πολιτειακής τάξης όταν ο Οδυσσέας επιστρέφει και τιμωρεί τους καταχραστές της εξουσίας του αλλά και τους μνηστήρες της γυναίκας του. Το έπος αυτό πολύ νωρίς δείχνει αυτό το οποίο όλοι αισθανόμαστε όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα ή παρακολουθούμε μια κινηματογραφική ταινία: ο αναγνώστης θέλει απόδοση ικανοποίησης. Περιμένει αυτός που έχει το δίκιο να εκδικηθεί, και ευχαριστιέται όταν αυτό πραγματοποιείται. Καταλαβαίνετε τι συμβαίνει όταν βλέπουμε μια ταινία και ο δολοφόνος στο τέλος παραμένει άγνωστος και αδικαίωτη όλη αυτή η ιστορία: νιώθουμε ένα κενό. Η «Οδύσσεια» πολύ νωρίς το κάλυψε αυτό το κενό, προσφέροντας μια ανθρωπολογικής τάξης ικανοποίηση.

Θα σας έλεγα επίσης ότι –και εδώ περνάμε σε πιο σύνθετα ζητήματα– όταν ο Οδυσσέας τελικά φτάνει στη Φαιακία, φιλοξενείται από τους Φαίακες και του ζητούν να πει ποιος είναι· τότε αρχίζει να αφηγείται το μεγαλύτερο μέρος των περιπετειών του, που είναι μέρος της οδυσσειακής αφήγησης. Πρόκειται εδώ για ένα ζήτημα, μια τεχνική, μια πραγματικότητα που την ξέρουμε πολύ καλά και από τη λογοτεχνία κυρίως αλλά και από τη ζωή: πώς η μνήμη μεταβολίζεται σε αφήγηση. Και αυτό είναι μια εξαιρετική επινόηση του έπους αυτού. Στην «Ιλιάδα» δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Η «Οδύσσεια» είναι το πρώτο έπος το οποίο είναι αφηγηματολογικά, με τη σημερινή σημασία του όρου, πάρα πολύ σύνθετο, πολύ προχωρημένο. Ο Οδυσσέας, λοιπόν, ως αφηγητής, εγκιβωτίζει μέσα στην αφήγησή του όλη τη μνήμη των περιπετειών του. Και αυτό είναι γοητευτικό. Αυτό το τέχνασμα μιας αφήγησης, η οποία πάει στα περασμένα και περιλαμβάνει αυτό το οποίο ήδη κάποιος έχει βιώσει, είναι πολύ γνωστό από τη λογοτεχνία.

Γιατί η «Οδύσσεια» θεωρείται η ωραιότερη ιστορία του κόσμου;Facebook Twitter
 Εικονογράφηση: Λουκία/ LIFO

Θα έλεγα και κάτι άλλο. Όταν βλέπεις ένα επεισόδιο όπως είναι αυτό με την Καλυψώ, υπάρχει κάτι το εξωτικό, το άγνωστο, υπάρχει και κάτι το έντονα αισθησιακό και ερωτικό. Εδώ βλέπουμε για πρώτη φορά στην ιστορία της δυτικής λογοτεχνίας έναν αφηγητή να γοητεύεται από το εξωτικό, το ανατολίτικο. Είναι η αρχή της ιστορίας του οριενταλισμού. Πολύ πρόσφατα, τον 18ο-19ο αιώνα, υπήρχε αυτό το κύμα με τους Ευρωπαίους ποιητές, λογοτέχνες, ζωγράφους να γοητεύονται από τα δρώμενα και από τα θεάματα της λαγγεμένης αυτής Ανατολής. Όλα αυτά υπάρχουν στην «Οδύσσεια», υπάρχουν 28 αιώνες πριν. Και όλα αυτά είναι στηριγμένα σε μια διαχρονική ανθρωπολογική φάση. Από την άποψη αυτή, το έπος μπορεί να επανερμηνευτεί, να ιδωθεί ξανά, ανάλογα με τις συνθήκες της εποχής που τη διαβάζει και τη βλέπει, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Γι’ αυτό και μπορεί και αναβιώνει με διάφορους τρόπους. Από τη μια μεριά είναι το παραμυθικό και φαντασιακό στοιχείο, το οποίο πάντοτε ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στον θεατή, στον αναγνώστη, και από την άλλη όλα αυτά τα ανθρωπολογικά ζητούμενα, ο ηγέτης με τον ορθό του λόγο, η αποκατάσταση της ηθικής και πολιτειακής τάξης, ο μεταβολισμός της μνήμης σε αφήγηση, που το κάνουν ένα πολύ σύνθετο έπος, το οποίο μπορεί κανείς να το εκμεταλλευτεί, πάντοτε, βέβαια, από τη δική του σύγχρονη οπτική. Αυτό συνέβη και με την «Ιλιάδα», βέβαια, πριν από μερικά χρόνια.

Μετά την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» γράφτηκε από έναν πολύ μεγάλο Ρωμαίο ποιητή, τον Βιργίλιο, η «Αινειάδα», που στην πραγματικότητα είναι μια αναψηλάφηση και της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας». Με μια διαφορά, όμως, ότι ο ποιητής της τη γράφει σε μια εποχή που η Ρώμη είναι η μοναδική υπερδύναμη και έχει αναπτύξει συγκεκριμένη εξουσιαστική ιδεολογία. Αυτό το πράγμα δεν υπάρχει ούτε στην «Ιλιάδα» ούτε στην «Οδύσσεια». Στην «Αινειάδα» υπάρχει ένα εξουσιαστικό πρόγραμμα μιας υπερδύναμης, το οποίο φαίνεται σαφώς μέσα στο έπος. Τι σημαίνει αυτό; Ότι πήρε ο Ρωμαίος ποιητής τα δύο αυτά ελληνικά έπη και τα πολιτικοποίησε. Γι’ αυτό και δεν έχει βγει ποτέ στον κινηματογράφο, γιατί δύσκολα θα μεταφερόταν – και σίγουρα δεν θα το κάνει το Χόλιγουντ. Το Χόλιγουντ θέλει τον Όμηρο, που είναι διαφορετικής τάξεως αφήγηση. Νομίζω ότι όλα αυτά εξηγούν τη διαρκή επικαιρότητα του έπους. Βέβαια, η επικαιρότητα αυτή μπορεί να πέσει επάνω –και θα πέσει εκ των πραγμάτων, ήδη έχει πέσει– σε σύγχρονες ευαισθησίες και να δείτε τον τάδε ήρωα ή την τάδε ηρωίδα με χρώμα μαύρο. Άλλωστε, η «Οδύσσεια» που προαναγγέλλεται έχει κάτι τέτοιο μέσα. Αλλά αυτό είναι άσχετο με το έπος καθαυτό, είναι η πρόσληψη με σημερινά κριτήρια ή ανάγκες κοινωνικές. Δηλαδή, αν σήμερα θέλουμε να είμαστε συμπεριληπτικοί, κάνουμε και μια μαύρη Ελένη.

Το αγαπημένο μου επεισόδιο ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε το επεισόδιο στη Φαιακία. Με τον Οδυσσέα πλούσιο από εμπειρίες, πολύ κοντά στην Ιθάκη, να αφηγείται αυτά τα οποία βίωσε ως κεντρικός ήρωας. Είναι ένα από τα πιο πολιτισμένα επεισόδια του έπους, με το ήθος της φιλοξενίας και τον ξένο, ο οποίος αφηγείται τη ζωή του ενώπιον ακροατηρίου. Εδώ περάσαμε από το βίωμα στην αφήγηση και αυτό το θεωρώ ένα από τα πιο πρώιμα αριστουργήματα της λογοτεχνίας.

Μιχάλης Α. Τιβέριος

Ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ

Η «Οδύσσεια» παραμένει μια συναρπαστική ιστορία, παρότι έχουν περάσει 28 αιώνες από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, γιατί στη διήγησή της, σε τελική ανάλυση, θίγονται και εξετάζονται όλα τα μεγάλα ζητήματα που  απασχολούν και θα απασχολούν εσαεί τον  ανθρώπινο νου. Παρέχει την ευκαιρία στον αναγνώστη της να προβληματιστεί γύρω από την ανθρώπινη μοίρα, τη ζωή και τον θάνατο, την αθανασία και τη μεταθανάτια ζωή, την προσωρινότητα της ύπαρξής του, τη στάση του απέναντι στα θεία, τις ομορφιές της ζωής, να στοχαστεί γύρω από οικείες συναισθηματικές καταστάσεις όπως είναι ο έρωτας, η φιλία, η έχθρα, ο πόνος, ο θυμός, η θλίψη, η δυστυχία, να προετοιμαστεί καλύτερα για να αντιμετωπίσει τυχόν μεγάλες δυσκολίες της ζωής, κακουχίες, περιπέτειες, ναυάγια, αποτυχίες.     

Από τα λόγια, τις σκέψεις και τα έργα του ίδιου του πρωταγωνιστή της «Οδύσσειας», του πολύτροπου Οδυσσέα, έχει επίσης πολλά να ωφεληθεί, όπως π.χ. από την απίθανη προσαρμοστικότητά του σε πρωτόγνωρες καταστάσεις (ευνοϊκές ή μη), από την ακατανίκητη θέλησή του να επιβιώνει για να πετύχει τον στόχο του, που δεν είναι άλλος από την επιστροφή του στην Ιθάκη (νόστος), στην Πηνελόπη του, στο σπιτικό του και στο βασίλειό του, από τη μοναδική ρητορική του ευφράδεια, από την πανούργα πονηριά του (μήτιν), από την οξυδέρκειά του, από την ακαταπόνητη ενέργειά του, από τις απεριόριστες αντοχές του, από την αυτοσυγκράτηση και την ικανότητά του να ελέγχει τις παρορμήσεις του, από την επιδεξιότητά του να κερδίζει ισχυρούς συμπαραστάτες.

Όλα τα παραπάνω, μαζί με γλαφυρές περιγραφές αχαρτογράφητων, εξωτικών τοποθεσιών, φοβερών επίγειων και θαλάσσιων τεράτων και απίθανων περιπετειών που κρατούν συνεχές και αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δίνονται με μια ανεπανάληπτη ροή και έμμετρη μορφή. Και ακόμη με θελκτικό ποιητικό λεξιλόγιο και με στίχους δομημένους με μαεστρία, στους οποίους η «αφηγηματική αναδρομή» έχει εμφανή παρουσία και παίζει σημαίνοντα ρόλο καθώς, «με αριστουργηματικό τρόπο διακόπτει τη γραμμικότητα του αφηγηματικού χρόνου». Δίκαια λοιπόν η «Οδύσσεια» θεωρείται «ένα αιώνιο αριστούργημα της ανθρώπινης διανόησης». 

ΕΠΕΞ Σχεδόν τρεις χιλιετίες μετά, η Οδύσσεια εξακολουθεί να συναρπάζειFacebook Twitter
 Εικονογράφηση: Λουκία/ LIFO

Το αγαπημένο μου επεισόδιο από τη διήγησή της δεν είναι ένα αλλά περισσότερα. Η επίσκεψη του Οδυσσέα στο νησί των Κυκλώπων και η περιπέτειά του στη σπηλιά του Πολύφημου, η άφιξή του στο νησί του Αιόλου, η παραμονή του κοντά στη σαγηνευτική μάγισσα Κίρκη, η κάθοδός του στο βασίλειο των νεκρών και οι συναντήσεις που είχε εκεί με γνωστά του πρόσωπα, οι παγίδες που του έστησαν οι Σειρήνες και τα ανθρωποφάγα θαλάσσια τέρατα Σκύλλα και Χάρυβδη, η αποβίβασή του στο νησί του Ήλιου  όπου οι πεινασμένοι σύντροφοί του έσφαξαν τις ιερές αγελάδες του θεού με συνέπεια τον αφανισμό τους, η οκταετής παραμονή του στην Ωγυγία συντροφιά με τη θελκτική νύμφη Καλυψώ, ο ερχομός του στη Σχερία, στο νησί των Φαιάκων, όπου συναντιέται με τη «δροσερή παιδίσκη» Ναυσικά, κόρη του βασιλιά Αλκίνοου, και τέλος η επιστροφή του στην Ιθάκη, ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια απουσίας, όπου και εξοντώνει τους ανόσιους μνηστήρες και επανακτά τη γυναίκα του, το παλάτι του και το βασίλειό του.

Επομένως, στην επιλογή του πιο αγαπημένου μου επεισοδίου έχω δυσκολίες. Προσθέτοντας ωστόσο στα προσωπικά μου αισθητικά κριτήρια και τον βαθμό σπουδαιότητας που έχουν τα παραπάνω επεισόδια στην όλη διήγηση της «Οδύσσειας», καταλήγω στην επιλογή του πρώτου από αυτά, αυτού με τον Πολύφημο. Κατέχει, χωρίς αμφιβολία, σημαίνουσα θέση στην πλοκή του έργου, κάτι που επιβεβαιώνεται από την πρώτη ήδη ραψωδία, στην οποία η τύφλωση του συγκεκριμένου Κύκλωπα χαρακτηρίζεται ως ο πιο σημαντικός «άθλος» του Οδυσσέα. Με αξεπέραστη πανουργία ο ήρωας καταφέρνει να βγει ζωντανός από τη σπηλιά-κατοικία του Κύκλωπα, μαζί με τους εναπομείναντες συντρόφους του –όλοι τους βγήκαν σώοι, κρεμασμένοι από τις κοιλιές ζώων του κοπαδιού–, έχοντας εν τω μεταξύ μεθύσει και τυφλώσει τον Πολύφημο, μπήγοντας στο μοναδικό τεράστιο μάτι του έναν πυρακτωμένο πάσσαλο. Σε μια πρώτη φάση, αποκρύπτει σκόπιμα από τον Κύκλωπα την ταυτότητά του και τον παραπλανά λέγοντάς του ότι ονομάζεται ούτις (κανένας). Με την ανωνυμία αυτή ο εντοπισμός του «δράστη» καθίσταται εξαιρετικά δύσκολος και, το σημαντικότερο, ο διψασμένος για εκδίκηση Πολύφημος δεν μπορεί να τον καταραστεί. Σε ποιον θα απευθύνει τη φαρμακερή κατάρα του, στον ούτινα (στον κανέναν); Με τη σπουδαιότητα του παραπάνω επεισοδίου συμφωνεί και μια άλλη παρατήρηση. Αν και η «Οδύσσεια» δεν έχει αποτελέσει μεγάλη δεξαμενή έμπνευσης για τους αρχαίους Έλληνες καλλιτέχνες, εντούτοις το παραπάνω επεισόδιο εμφανίζεται με αξιοσημείωτη συχνότητα στην ελληνική τέχνη των αρχαϊκών χρόνων.   

Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Μεταφράστρια

Η «Οδύσσεια» προσφέρει όλα όσα λαχταρά ο ανθρώπινος νους και η ανθρώπινη καρδιά από τη μυθοπλασία: καταρχάς, έναν ήρωα, έναν κεντρικό χαρακτήρα γοητευτικό, σχεδόν ερωτεύσιμο. Ο Οδυσσέας είναι περίπλοκος, μη μονοσήμαντος, έχει βάθος, είναι ευφυής, γενναίος, αλλά κάθε άλλο παρά τέλειος. Είναι ένας ήρωας που φέρνει συχνά σε δύσκολη θέση την έννοια του «σωστού». Ο Οδυσσέας (όπως και ο Αχιλλέας στην «Ιλιάδα») έχει την αίσθηση του εαυτού (του), της μοναδικότητάς του απέναντι στους άλλους, αλλά και του μεγέθους του απέναντι στους θεούς και στη μοίρα. Και είναι τόσο ισχυρό το πρόσωπό του, που όλο το έπος ονομάστηκε από αυτόν: η «Οδύσσεια» είναι η ιστορία ενός ανθρώπου, όχι η ιστορία μιας εκστρατείας, όπως η «Ιλιάδα».

Έπειτα, η πλοκή: το στοιχείο της περιπλάνησης, τα ταξίδια, η εξερεύνηση, η ανακάλυψη (θέλοντας και μη), η τεθλασμένη πορεία προς έναν προορισμό, το τυχαίο, η αναποδιά, το λάθος, η απροσδόκητη καλοσύνη, η ίντριγκα, το παράδοξο, η συνάντηση με τον θάνατο, η διαρκής παρουσία της μνήμης: η «Οδύσσεια» είναι μια περιπέτεια «πολύτροπη» σαν τον ήρωά της, εσωτερικά και εξωτερικά. Ο κόσμος που χρειάζεται η προσωπικότητα του Οδυσσέα για να χωρέσει είναι ένας κόσμος όπου όλα μπορούν να (του) συμβούν – και όντως (του) συμβαίνουν, κι ενώ συμβαίνουν έχουν μια αίσθηση τελείως φυσική μέσα στο φανταστικό τους, απόλυτα πειστική, κι εσύ ως αναγνώστης θέλεις απλώς κι άλλο, κι άλλη αγωνία, κι άλλα τέρατα, κι άλλες παρολίγον καταστροφές, κι άλλη οργή απέναντι στην αδικία, κι άλλες στιγμές γλύκας, ανακούφισης.

Κι όλα αυτά, ειπωμένα σε μια γλώσσα ρυθμική, σαν μεγάλο τραγούδι, εθιστικό, πλούσιο σε εικόνες και χρώματα, σε μυρωδιές. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω ως αναγνώστρια από ένα και μόνο βιβλίο που, πενήντα χρόνια από τότε που πρωτοδιάβασα μια εικονογραφημένη εκδοχή του, συνεχίζω να το ανακαλύπτω.

ΕΠΕΞ Σχεδόν τρεις χιλιετίες μετά, η Οδύσσεια εξακολουθεί να συναρπάζειFacebook Twitter
 Εικονογράφηση: Λουκία/ LIFO

Ίσως λίγο πιο πολύ απ’ όλα τα άλλα επεισόδια αγαπώ τη ραψωδία ε. Εκεί όπου πρωτοσυναντάμε τον ίδιο τον Οδυσσέα (μέχρι τότε μόνο ακούμε γι’ αυτόν), που τον βλέπουμε στην άκρη ενός νησιού στο πουθενά: έναν άνθρωπο τσακισμένο, κάποιον που εδώ και πολλά, πολλά χρόνια θέλει αλλά δεν μπορεί. Και ξαφνικά, έρχεται η ώρα που όλα αλλάζουν. Στη ραψωδία ε ο Οδυσσέας παίρνει το πράσινο φως να φύγει. Μόνος του πια. Δεν έχει βοήθεια από συντρόφους, δεν έχει όμως πια ούτε και την ευθύνη τους, παρά μόνο αυτήν τη σκληρή ελευθερία του εαυτού που μπορεί να βγει στον μεγάλο κόσμο (στη θάλασσα, χωρίς ορατά μονοπάτια, με ελάχιστα ορόσημα) και να κάνει αυτό που θέλει – κουβαλώντας, ωστόσο, πάντα τα αμαρτήματα του παρελθόντος του. Είναι μεγαλειώδης αυτή η στιγμή όπου ο ήρωας ξεκινάει ξανά, μετά από τόσες αποτυχίες, μετά από τόσο χρόνο χαμένο, να ανακτήσει τη ζωή του.

Η «Οδύσσεια» δεν είναι μόνο ο πρωταρχικός μύθος του ταξιδιού και της επιστροφής, δεν είναι μόνο η μαγευτική αφήγηση του Οδυσσέα, που φτάνοντας ξένος στο νησί των Φαιάκων εξιστορεί τα παθήματά του, δεν είναι μόνο η επιστροφή που συνυφαίνεται με τη βία της μνηστηροφονίας, είναι πάνω από όλα ένας κόσμος τον οποίο κάθε έννοια ιστορικότητας τον απομακρύνει από μας αλλά το κείμενο μάς τον επιστρέφει αλώβητο και παράδοξα οικείο.

Το ύφος του έπους, λέει ο Άουερμπαχ, η παρατακτική του λογική, φωτίζει τα πάντα με ένα ήπιο φως, δεν αφήνει τίποτα κρυφό: η πραγματικότητά του είναι ένα σύνολο «παραστατικά δοσμένων, ομοιόμορφα φωτισμένων, τοπικά και χρονικά προσδιορισμένων φαινομένων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους στο προσκήνιο· ρητές σκέψεις, ρητά συναισθήματα· γεγονότα που εκτυλίσσονται με πλήρη άνεση και σε χαμηλή ένταση» («Μίμηση, η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία»). Η πολυσύνθετη απλότητα της επικής τέχνης μάς χαρίζει πάντα αυτήν τη διαυγή πραγματικότητα που αποδίδουμε στη σκιά του Ομήρου όπως τον είδε ο Σολωμός: «κι αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος / τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα».

Ένα από τα αγαπημένα μου σημεία είναι η άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη, με την υπέροχη περιγραφή του τοπίου στους στ. 97-112 της ν («λιμάν’ είναι του Φόρκυνα, του πελαγήσιου γέρου/ εις την Ιθάκη, […],/ και εις του λιμιώνα την κορφήν ελιά μακρόφυλλ’ είναι,/ σιμά της αεροχρώματη σπηλιά χαριτωμένη [ἄντρον ἐπήρατον ἠεροειδές]» (μτφρ. Πολυλά), αλλά και τη θεαματική, δραματικά δεξιοτεχνική σκηνή όπου ο Οδυσσέας, έχοντας πια φτάσει επιτέλους στην Ιθάκη, δεν αναγνωρίζει τον τόπο (ν στ. 187-204): «Τότε κι ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν / στα χώματά του· κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη, / τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. […] Γι᾽ αυτό του φάνταξαν του βασιλιά όλα τριγύρω αλλόκοτα·/ τα μακρινά φιδίσια μονοπάτια, φιλόξενα λιμάνια, βράχια / απόκρημνα και δέντρα θαλερά./ Πάνω πετάχτηκε και, προσηλώνοντας το βλέμμα του / στην ίδια την πατρίδα του, έβγαλε στεναγμό βαρύ,/ μετά χτυπούσε τα μεριά του με χέρια σαν σπαθιά,/  τέλος ολοφυρόμενος μίλησε κι είπε: "Αλίμονο, σε ποιων ανθρώπων έφτασα πάλι τη χώρα!/ Είναι αλαζόνες, άγριοι κι άδικοι; [ἤ ῥ' οἵ γ’ ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι] ή μήπως τη φιλοξενία γνωρίζουν / κι ο νους τους σέβεται τα θεία; / Δεν ξέρω καν πού να τα πάω τα τόσα δώρα μου, ο ίδιος / πού να πλανηθώ"» (μτφρ. Μαρωνίτη). Με συγκινεί πολύ αυτή η σκέψη, που μοιάζει εξίσου αιώνια με το τοπίο, ότι εν τέλει αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε το οικείο, ότι γυρίζοντας στο σπίτι θρηνούμε και αναρωτιόμαστε πάντα: «ὤ μοι ἐγώ, τέων αὖτε βροτῶν ἐς γαῖαν ἱκάνω;».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Διαβάστε Περισσότερα...