Amfipoli News
















Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΥΠΗΡΞΕ Ο ΣΕΛΕΥΚΟΣ ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ?



Μια επώδυνη γροθιά στο στομάχι αποτελούν «Tα Χρονικά της Μεσοποταμίας» φίλοι μου, που αποκαλύπτουν πέρα από κάθε προσδοκία την καταχθόνια δράση του Σέλευκου (358-281 π.Χ.), σε βάρος του Αλεξάνδρου, και η οποία αρχίζει να γίνεται πασιφανής από τη στιγμή που ο Μέγιστος ων Ελλήνων είχε χάσει το βασιλικό του διάδημα στα έλη του ποταμού Πολλακόπα, και όταν ένας ναύτης ανέλαβε να το ανασύρει, έκανε το ανόσιο λάθος να το τοποθετήσει στο κεφάλι του, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του, ενώ ο Σέλευκος που του το παρέδωσε, να χριστεί μελλοντικός διάδοχος της βασιλείας του από τους Χαλδαίους μάντεις. (Αρρ. βιβλ. 7ο κεφ. XXII. εδαφ. 1-5).

Η αντίστροφη μέτρηση για εκείνον, σύμφωνα με το «*Χρονικό των Διαδόχων» (BCHP 3; a.k.a. ABC 10, Chronicle 10), ξεκίνησε αμέσως μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, και πιο ειδικά κατά την εποχή που είχαν διενεργηθεί κάποιες μάχες σε μια από τις δυο ακροπόλεις της Βαβυλώνας, (εκεί όπου βρισκόταν τα ανάκτορα και η οικογένεια του Αλεξάνδρου), μεταξύ των στρατιωτών του Σατράπη Μαζαίου και των βετεράνων της Βακτριανής και της Σογδιανής. Τότε ήταν που έκανε και την εμφάνισή του ο Σέλευκος, ο οποίος, μέχρι εκείνη τη στιγμή πολεμούσε κατά μήκος της Κοίλης Συρίας στο πλευρό του Πτολεμαίου, και αφού έδωσε μια σειρά μαχών εναντίον των συμπατριωτών του, κατόρθωσε (μεταξύ άλλων περιοχών) να κατακτήσει και τη Βαβυλώνα, μετά από δέκα ολόκληρα πολεμικών διενέξεων, με αποτέλεσμα να ονομαστεί Νικάτωρ»· νικητής δηλαδή.
Η καταχθόνια δράση του Σέλευκου φίλοι μου, καθώς και οι διασυνδέσεις του με το Εβραιο-Χαλδαϊκό ιερατείο, γίνεται πασιφανής ακόμα και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, διαμέσου του ρόλου που είχε αναλάβει προκειμένου να ιδρύσει μια νέα πολιτεία κοντά στην αρχαία ΄Ωπη, επί του Τίγρεως ποταμού, η οποία ονομάστηκε Σελεύκεια, με απώτερο σκοπό να δεχτεί προπαρασκευαστικά τον πληθυσμό της Βαβυλώνας, ούτως ώστε να πιστέψουν πως είχαν επαληθευτεί όντως οι καταστροφικές εξαγγελίες των Εβραίων προφητών Ησαΐα και Ιερεμία, που προέβλεπαν την ερήμωση της βδελυρής αυτής πόλεως, και τον θάνατο του τελευταίου βασιλιά της, του Αλεξάνδρου εν προκειμένω, που είχε αποφασίσει να την καταστήσει πρωτεύουσα της νέας αυτοκρατορίας.
Αδιάψευστος μάρτυρας της εξόδου των κατοίκων της Βαβυλώνας αποτελεί και το *Αστρονομικό Ημερολόγιο, όπου εκεί αναφέρεται ένα κείμενο, γνωστό και ως «Μαρτυρία της αναγκαστικής μετανάστευσης των Βαβυλωνίων στη Σελεύκεια», το οποίο, σύμφωνα με την έκδοση του Hunger κάνει σαφές ότι δεν υπήρχε θέμα μετανάστευσης, αλλά η αποστολή πρεσβείας των Βαβυλώνιων μελών του Συμβουλίου των Ναών, τρεις ημέρες μετά την άφιξη των μηνυμάτων εκ μέρους του βασιλιά από τις Σάρδεις, αναγκάστηκε να πειθαρχήσει. (πρβλ. Van der Spek 1993b: 97-98). Έτσι λοιπόν οι Βαβυλώνιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να μετακομίσουν στη Σελεύκεια (και στην Αίγυπτο αργότερα), γεγονός που επιβεβαιώνεται και από ευρήματα πολλών σφηνοειδών δισκίων εκεί, που καταγίνονται με την συγκεκριμένη περίπτωση. Και επειδή ο ίδιος ο Σέλευκος αποφάσισε ότι δεν υπήρχε πλέον κανένας απολύτως λόγος να παραμένει σε αυτήν εδώ την καταραμένη γωνιά της γης, κατάφερε τελικά να μεταφέρει και την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του από τη Βαβυλώνα στην Αντιόχεια της Συρίας.
Συνεχίζοντας τις αποκαλύψεις, επισημαίνω πως ο Σέλευκος, αφού χώρισε και τη σύζυγό του Ατακάμα, την κόρη του Βάκτριου ηγεμόνα Σπιταμένη, πήρε υπό την προστασία την Σίβυλλα Σαμβίνθη, (κόρη του Βήρωσσου), την οποία, αφού κατέστησε αρχικά μάντισσα του Απόλλωνα στις Ερυθρές της Μ. Ασίας, την υποχρέωσε να συνεργαστεί με τον πατέρα της και το Ιουδαϊκό ιερατείο, ούτως ώστε να σκαρώσουν από κοινού μια κολοσσιαία προσπάθεια αμαύρωσης και ακύρωσης της προσωπικότητας του Μεγάλου Αλεξάνδρου για χάρη του.
Τη συνέχεια της καταχθόνιας πορείας του Σέλευκου, την πληροφορούμαστε φίλοι μου από το περιεχόμενο ενός κυλίνδρου που βρέθηκε στο ναό Ezida του θεού Nabu, στην πόλη Βαρσίππα και φέρει το όνομά του, όπου εκεί φαίνεται πλέον καθαρά πως ο προστατευόμενός του, ο Εβραιο-Χαλδαίος ιερέας Βήρωσσος, που είχε καταστεί εντωμεταξύ κορυφαίος πανεπιστήμων στο ναό του θεού Marduk Esagila, τόλμησε και ακύρωσε την θεότητα του Αλεξάνδρου, προκειμένου να καταστεί ο προστάτης του νόμιμος βασιλιάς. Η ενέργεια ακύρωσης βασίστηκε στο γεγονός ότι ο Βήρωσσος συνέδεσε τον Σέλευκο με τον τίτλο του κορυφαίου και ελληνοποιημένου θεού της Βαβυλώνας Δία Marduk, ενώ τον Αλέξανδρο τον εξίσωσε με τον τετραπλό δαίμονα Lillu, που επισκέπτονταν τις ετοιμόγεννες γυναίκες για να γεννήσουν δαιμονισμένα παιδιά, και πολλές άλλες ακόμα επιπρόσθετες συμφορές, που έκαναν τους ανθρώπους να τρέμουν και μόνον στη σκέψη του.
Σύμφωνα λοιπόν με το έργο «Σιβυλλικοί Χρησμοί» των *Richard Gottheil (1862-30), καθηγητή σημιτικών γλωσσών και ραβινικής λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Κολούμπια, *Richard Gottheil (1862-30), καθηγητή σημιτικών γλωσσών και ραβινικής λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου της Κολούμπια, και του συνεργάτη του *S. Kr. Samuel Krauss, Ph.D., πρωτοπόρου της Ταλμουδικής αρχαιολογίας, και καθηγητή ιστορίας του Normal College της Βουδαπέστης, αναφέρεται πως η Σίβυλλα Σαμβίνθη αφού ταξίδεψε ακατάπαυστα σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο, (μετά από προτροπές του πατέρα της και του ιερατείου τους) απευθυνόμενη σε όλους τους λαούς της αυτοκρατορίας, και προπαντός στους Έλληνες, τους προέτρεψε πάρα πολύ άγαρμπα να ασπαστούν τη θρησκεία του Ιουδαϊσμού, εκστομίζοντας παντός είδους καταστροφικές προφητείες για την Ελλάδα, οι οποίες θα κατέστρεφαν ακόμα και την οικογένεια του Αλεξάνδρου, εξαιτίας των κάκιστων επιλογών του
Το χειρότερο όλων ήταν ότι τόλμησε και εκστόμισε και διάφορες Μεσσιανικές προφητείες που όχι μόνον ήταν κλεμμένες από τις Ελληνίδες προκατόχους της (Ερωφίλη, Ερυθραία, Ηρωφίλη), αλλά είχε και την αυθάδεια να διατυμπανίζει αφενός μεν την έλευση του Ιησού Χριστού ως μοναδικού Μεσσία της ανθρωπότητας, αφετέρου δε να παρουσιάζει τον Αλέξανδρο ως τον άρχοντα του τρόμου, που έμελλε να καταστρέψει τη Γη, αφήνοντας ελεύθερα συγχρόνως και τα υποχθόνια μιαρά έθνη, που είχε κλείσει στα Τάρταρα της ερήμου Gombi, για να τυραννήσουν τους ανθρώπους κατά το πλήρωμα του χρόνου.
Και ενώ θα περίμενε κανείς πως η μορφή της Σίβυλλας Σαμβίνθης θα παραμείνει ενεργή διαχρονικά στην Εβραϊκή βιβλιογραφία, εντούτοις δεν βρέθηκε ο παραμικρός υπαινιγμός για εκείνη, αφενός μεν επειδή το ιερατείο της απέρριψε αργότερα τη θεότητα του Ιησού Χριστού, αφετέρου δε επειδή η Σάμβη, όντας ώριμη γυναίκα πια, αντιλαμβανόμενη πως χρησιμοποιήθηκε από θεούς και δαίμονες, προς ίδιον όφελος, δεν δίσταζε να εκφράζει τη δυσφορία της δημοσίως, κάνοντας σαφές πως δεν άξιζε τόσο μεγάλος σωματικός κόπος για μια υπόθεση που μόνον δεινά είχε συσσωρεύσει σε εκείνη και τον απλό λαό της αυτοκρατορίας, που αναγκαζόταν να ξεριζωθεί από τα σπίτια του, προκειμένου να βασιλέψει ένας άπληστος άνθρωπος σαν τον Σέλευκο, οι ακόρεστες ορέξεις του οποίου δεν είχα τελειωμό.
Τελικά εσείς τι νομίζετε φίλοι μου? Ήταν ή δεν ήταν ο Σέλευκος συναυτουργός της δολοφονίας του Αλεξάνδρου?
Haubold, Johannes (2013). Greece and Mesopotamia: Dialogues in Literature. Cambridge University Press. Andrade, Nathanael J. (2013). Syrian identity in the Greco-Roman world. Cambridge University Press].
Σημειώσεις: Η Σίβυλλα Σαμβίνθη (Σάμβη ή Σάββη ) ήταν κόρη του Βήρωσσου και της Ερυμάνθης, (Παυσανίας Α΄ Φωκικά 12, 9).
Ο Richard Gottheil (1862-30), υπήρξε επίσης εκδότης της Ιουδαϊκής Εγκυκλοπαίδειας, προϊστάμενος του τμήματος Oriental της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης,
Ο S. Kr. Samuel Krauss, Ph.D., υπήρξε επίσης καθηγητή ιστορίας και φιλολογίας του Normal College της Βουδαπέστης, και μελετητής βιβλικών ονομασιών σε 98 σύγχρονες χώρες.
*Αστρονομικό Ημερολόγιο ( Ι, σ. 345, αρ. –273 Β: 35’-36’(12. ΧΙΙ. SE 37 = 26 Μαρτίου 274 π.Χ.).
ΦΙΛΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΜΒΑΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Διαβάστε Περισσότερα...

Υπέροχο αρχαίο μαρμάρινο άγαλμα (άνω των 2 μ.) του θεού Ερμού, και πιθανώς της Αρτέμιδος, βρέθηκαν στην Βουλγαρία


Του Γιώργου Λεκάκη

Υπέροχο αρχαίο ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ ΑΓΑΛΜΑ του θεού Ερμού, βρέθηκε στην ΗΡΑΚΛΕΙΑ ΣΙΝΤΙΚΗ – δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί πλήρως… στο Cloaca Maxima (στο Μεγάλο Κανάλι της αρχαίας ελληνικής πόλεως).

Πληρώθηκε από έναν πολύ πλούσιο, που χρησιμοποίησε ένα ολόκληρο τεμάχιο μαρμάρου, πιθανότατα τον 2ο αιώνα μ.Χ. Είναι πάνω από 2 μ. ύψος.

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, υπάρχουν παραλληλισμοί με άλλες ανάγλυφες εικόνες του θεού Ερμού, και είναι γνωστού εικονογραφικού τύπου, αλλά ελάχιστα παρόμοια αγάλματα έχουν διατηρηθεί στον κόσμο. Αλλά είναι το πρώτο που βρίσκεται στην νυν έκταση της Βουλγαρίας – αρχαίας Θράκης.

«Ο θεός του ελληνικού πανθέου Ερμής ήταν μια από τις πιο δημοφιλείς θεότητες σε αυτήν την περιοχή, σχολιάζει ο επί κεφαλής της ανασκαφής Dr. L. Wagalinski. Υποθέτω ότι οι τότε κάτοικοι της πόλεως το έθαψαν στο χώμα, σε αυτό το μέρος, μετά τον μεγάλο σεισμό του 4ου αιώνα, για να το διατηρήσουν για καλύτερες εποχές ή επειδή ήταν μια περίοδος που ο χριστιανισμός ήταν ήδη η επίσημη θρησκεία», είπε.

ΠΗΓΗ: Археология и загадките на древните, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.7.2024.

Archaeological excavation site with stone ruins on a hillside, workers in foreground; inset statue bust of a classical head overlaying the scene.

ΕΠΙΣΗΣ, ένα θραύσμα μαρμάρινου αγάλματος, ίσως της θεάς Αρτέμιδος, ανακαλύφθηκε στην ίδια τοποθεσία. Ο Λ. Βαγκαλίνσκι (Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών) εδήλωσε ότι τα σανδάλια, κυνηγετικού τύπου, της μορφής, συνήθως συνδέονται με την Άρτεμη, παρ’ όλο που το άγαλμα πιστεύεται ότι είχε τοποθετηθεί μπροστά από έναν ναό του Ηρακλέους. Οι αναλογίες των θραυσμάτων υποδηλώνουν ότι το άγαλμα ήταν φυσικου μεγεθους, πρόσθεσε. Ο Βαγκαλίνσκι και οι συνάδελφοί του θα εξετάσουν μια μαρμάρινη κεφαλή που βρέθηκε κοντά πριν από αρκετά χρόνια για να δουν εάν τα κομμάτια μπορεί να προέρχονται από το ίδιο γλυπτό. – ΠΗΓΗ: “Bulgarian Archaeologists Uncover Possible Artemis Statue Remains at Heraclea Sintica”, Πρακτορείο Ειδήσεων της Σόφιας, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 11.6.2026.

Η Ηράκλεια Σιντική ή Συνθια / Κυνθια ή Ηράκλεια Στρυμονικού / του Στρυμόνα είναι μια αρχαία ελληνική πόλη, στην σημερινή έκταση της Νοτιοδυτικής Βουλγαρίας. Ιδρύθηκε από τον Φίλιππο Β΄ στην Θρακική Μακεδονία[1], στο όνομα του ημίθεου Ηρακλή, όχι ενωρίτερα από το 300 π.Χ., αλλά υπάρχει η άποψη ότι η πόλις προϋπήρχε. Στα νομίσματα της έγραφε στα ελληνικά: HPAKΛEΩTΩN EΠI CTPYMONI. Τα ερείπιά του βρίσκονται στο χωριό Rupite, στον 42ο παράλληλο [41°27′01″N 23°15′52″E] του Δήμου Πετριτσίου / Petrich, στην νότια πλαγιά και στους πρόποδες της κορυφής Jonkov, η οποία αποτελεί μέρος του ηφαιστειακού βουνού Kozhuh. Στην αρχαιότητα, η πόλη ήταν το κέντρο της Σιντικής, που κατοικείτο από την θρακική φυλή Σιντίων, την οποία αναφέρουν ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος ο Θουκυδίδης, ο Τ. Λίβιος, ο Διόδωρος, ο Στράβων, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, κ.ά.

Η πόλις, δυτικά του ποταμού Στρυμόνα, εδέχθη τις πρώτες ανασκαφές έγιναν από τον αναπληρωτή καθηγητή At. Milchev το 1958. Η πόλις ανακαλύφθηκε τυχαία το… 2002. Τότε ευρέθη επιγραφή (στα λατινικά), στην οποία ο αυτοκράτωρ Γαλέριος απευθυνόταν στους εντόπιους κατοίκους. Και από το… 2007 άρχισαν αρχαιολογικές ανασκαφές. Ευρέθησαν «περίεργες δομές» (επάνω από σήραγγες και καμάρα / αψίδα), ένα μεγάλο εργαστήριο παραγωγής κεραμικών και προσωπεία για ένα άγνωστο (και λογικά κατεστραμμένο) αρχαίο θέατρο. Υπό την ηγεσία του αναπληρωτή καθηγητή L. Vagalinski (του Ιστορικού Μουσείου Petrich).

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης «Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Lepelley Cl. « Une inscription ďHeraclea Sintica (Macédoine) récemment découverte, révélant un rescrit de ľempereur Galère restituant ses droits à la cite», στο «Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik», 146, 2004.
  • Mitrev G. «Civitas Heracleotarum. Heracleia Sintica or the Ancient City at the Village of Rupite (Bulgaria)» στο Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik, 145, 2003.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:


[1] Αν και ο Αππιανός περιλάμβανε τους Σίντιες, τους Δαρδανούς και τους Ενετούς Θρακες ως θρακικές φυλές, εκτός της επαρχίας της Μακεδονίας.

arxeion-politismou.gr

Διαβάστε Περισσότερα...

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Θεός, βασιλιάς ή άνθρωπος; Θρύλος ή Ιστορία; Μια νέα μελέτη για τον Μέγα Αλέξανδρο

 


Η είσοδος του Αλέξανδρου στη Βαβυλώνα, έργο του Σαρλ Λε Μπρουν (1619-1690). Μουσείο του Λούβρου

Ήταν ο ψυχρός δημιουργός μιας αυτοκρατορίας ή ένας ρομαντικός τυχοδιώκτης; Ήταν το αρχέτυπο ενός υπερήρωα ή ένας αρχομανής που επιδίωκε πάση θυσία την εξουσία; Και, εν τέλει, ήταν ένας αδιαφιλονίκητος ήρωας ή ένας… αχρείος; 

Για αιώνες, οι ιστορικοί αφηγούνται την ιστορία του, όμως ο Αλέξανδρος παραμένει ένα μυστήριο. Ο ορισμός του ως Μέγα προηγείται των πάντων, ένα διαβατήριο στην αιωνιότητα, αδιαμφισβήτητο παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες διεμβολισμού του μύθου που τον περιβάλλει. 
Ποιος ήταν όμως, πέρα από όλα αυτά, ο Μακεδόνας, που έφθασε ως τα πέρατα της Ανατολής κατακτώντας λαούς και καταλύοντας αυτοκρατορίες,  ιδρύοντας στο διάβα του πόλεις στα ελληνικά πρότυπα και μεταλαμπαδεύοντας τον ελληνικό πολιτισμό και τη γλώσσα ως ένα οικουμενικό αγαθό;

Την απάντηση για τον άνθρωπο Αλέξανδρο, πέρα από τον θρύλο φιλοδοξεί να δώσει τώρα με τη μελέτη του «Alexander – God, King, Man», που μόλις κυκλοφόρησε (εκδόσεις Bloomsbury) ο καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ στο Ηνωμένο Βασίλειο, δρ Έντμουντ Ρίτσαρντσον. 
Ένα εγχείρημα δύσκολο, που ο συγγραφέας χρειάστηκε δέκα χρόνια για να διεκπεραιώσει αφήνοντας στον αναγνώστη να δώσει την απάντηση αν ήταν επιτυχημένο.  Και όχι, εξ αιτίας αδυναμίας του ίδιου αλλά των εγγενών προβλημάτων, που τίθενται από την Ιστορία όταν μετράει πίσω της 2.300 χρόνια και όταν οι ενδιάμεσες παρεμβάσεις θολώνουν την πραγματικότητα. 

Παρ΄όλα αυτά, όπως λένε οι πρώτες κριτικές, το βιβλίο επιτρέπει στους αναγνώστες να νιώσουν τον άνεμο της ερήμου, να βιώσουν την πλήρη φρίκη μιας μάχης και να γνωρίσουν τη στρατηγική μεγαλοφυΐα του στρατηλάτη αλλά και να πάρουν μέρος στις οργιαστικές γιορτές μετά από κάθε νίκη ή νέα κατάκτηση και βέβαια να παρακολουθήσουν την σταδιακή,  προσωπική μετάβασή του, όπως αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς, σε έναν παντοδύναμο βασιλιά με εξουσία ζωής και θανάτου στους υπηκόους του.  

Γιατί τον συγγραφέα δεν τον απασχολεί  μόνον ο Αλέξανδρος ως κατακτητής και ως σύμβολο  αλλά και ως ο νεαρός ηγεμόνας που πιάστηκε ανάμεσα στην ιστορία, τον μύθο, την οικογένεια και τη δύναμη. 

Η υπέρβαση 
 Το 336 π.Χ., σε ηλικία είκοσι ετών, ο Αλέξανδρος κληρονόμησε ένα κατεστραμμένο βασίλειο, ένα σωρό χρέη και έναν στρατό που δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Δεν πτοήθηκε αλλά αντίθετα θέλησε να βγει από το αδιέξοδο κάνοντας την υπέρβαση: Οδήγησε το στρατό του στα ανατολικά, στην καρδιά της απέραντης Περσικής Αυτοκρατορίας, και έτσι ξεκίνησε τη μεγαλύτερη στρατιωτική εκστρατεία στην ιστορία. Τα ερείπια των πόλεών του, που έρχονται στο φως μέσα από τη σκόνη  των λόφων της Κεντρικής Ασίας ή αναδύονται από το βυθό της θάλασσας  μιλούν για το πέρασμά του.  Τα ημερολόγια των βαβυλώνιων αστρονόμων που τον γνώρισαν έχουν αποκρυπτογραφηθεί. 
Τα γράμματα που σμίλεψαν οι άνθρωποι στην πέτρα στα ελληνικά σ΄ αυτούς τους μακρινούς τόπους είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες της επιρροής του και οι ελληνικές ιδέες που διαπέρασαν γηγενείς  πολιτισμούς,  τους σημάδεψαν για αιώνες. Αλλά και πίσω στη Μακεδονία, οι τάφοι των προγόνων του έχουν πια ανακαλυφθεί. 

Ο νεαρός άνδρας, που  έγινε βασιλιάς, θα γινόταν ήρωας, ο ήρωας  θα γινόταν ζωντανός θεός και ο θεός θα πέθαινε σε ηλικία μόλις τριάντα δύο ετών, καταβεβλημένος από άγνωστη ως σήμερα αρρώστια στη Βαβυλώνα. 

Αλλά γεγονός είναι, ότι ο θρύλος επέζησε καλύτερα από την αυτοκρατορία. Κι ίσως γι΄ αυτό αποτελεί πρόκληση για τους ιστορικούς. Ο δρ Ρίτσαρντσον γνωρίζει, ότι ο Αλέξανδρος είναι πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε μία εκδοχή και πολύ ανθρώπινος για τον τίτλο που του έδωσε η ιστορία. Αλλά αν για κάποιους είναι το πρότυπο της νεανικής ιδιοφυΐας, για άλλους παραμένει μια προειδοποίηση για τη φιλοδοξία χωρίς όρια. 
Η έρευνα του Ρίτσαρντσον μπορεί να τον οδήγησε από τις κατακόμβες της Αιγύπτου ως τα περάσματα του Αφγανιστάν. Αλλά η διελκυστίνδα παραμένει…

Διαβάστε Περισσότερα...

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Η βασίλισσα της Μιλήτου, που ερωτεύθηκε έναν νεαρό από την Αλικαρνασσό!

 


Του Γιώργου Λεκάκη

Στο 14ο ερωτικό πάθημα που εξιστορεί ο Παρθένιος με τίτλο «Περὶ Ἀνθέως», το οποίο ανθολογεί από τον Αριστοτέλη («Μιλησιακά») μας μιλά για τον έρωτα που αισθάνθηκε μια βασίλισσα, για έναν νέο όμηρο από την Αλικαρνασσό .

Η ιστορία στο αρχαίο κείμενο:

Ἱστορεῖ Ἀριστοτέλης καὶ οἱ τὰ Μιλησιακά:

[14.1] Ἐκ δὲ Ἁλικαρνασσοῦ παῖς Ἀνθεὺς ἐκ βασιλείου γένους ὡμήρευσε παρὰ Φοβίῳ, ἑνὶ τῶν Νειλειδῶν, τότε κρατοῦντι Μιλησίων. τούτου Κλεόβοια, ἥν τινες Φιλαίχμην ἐκάλεσαν, τοῦ Φοβίου γυνή, ἐρασθεῖσα πολλὰ ἐμηχανᾶτο εἰς τὸ προσαγαγέσθαι τὸν παῖδα· ὡς δὲ ἐκεῖνος ἀπεωθεῖτο, ποτὲ μὲν φάσκων ὀρρωδεῖν μὴ κατάδηλος γένοιτο, ποτὲ δὲ Δία Ξένιον καὶ κοινὴν τράπεζαν προϊσχόμενος, ἡ Κλεόβοια κακῶς φερομένη ἐν νῷ εἶχε τίσασθαι αὐτόν, ἀνηλεῆ τε καὶ ὑπέραυχον ἀποκαλουμένη.

[14.2] ἔνθα δὴ χρόνου προϊόντος τοῦ μὲν ἔρωτος ἀπηλλάχθαι προσεποιήθη, πέρδικα δὲ τιθασὸν εἰς βαθὺ φρέαρ κατασοβήσασα ἐδεῖτο τοῦ Ἀνθέως ὅπως κατελθὼν ἀνέλοιτο αὐτόν. τοῦ δὲ ἑτοίμως ὑπακούσαντος διὰ τὸ μηδὲν ὑφορᾶσθαι, ἡ Κλεόβοια ἐπισείει στιβαρὸν αὐτῷ πέτρον· καὶ ὁ μὲν παραχρῆμα ἐτεθνήκει, ἡ δὲ ἄρα ἐννοηθεῖσα ὡς δεινὸν ἔργον δεδράκοι, καὶ ἄλλως δὲ καομένη σφοδρῷ ἔργον τοῦ παιδός, ἀναρτᾷ ἑαυτήν.

[14.3] Φοβίος μέντοι διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ὡς ἐναγὴς παρεχώρησε Φρυγίῳ τῆς ἀρχῆς. ἔφασαν δέ τινες οὐ πέρδικα, σκεῦος δὲ χρυσοῦν εἰς τὸ φρέαρ βεβλῆσθαι, ὡς καὶ Ἀλέξανδρος ὁ Αἰτωλὸς μέμνηται ἐν τοῖσδε [ἐν Ἀπόλλωνι]·

παῖς Ἱπποκλῆος Φοβίος Νειληιάδαο

ἔσται ἰθαιγενέων γνήσιος ἐκ πατέρων·

τῷ δ᾿ ἄλοχος μνηστὴ δόμον ἵξεται, ἧς ἔτι νύμφης

ἠλάκατ᾿ ἐν θαλάμοις καλὸν ἑλισσομένης

Ἀσσησοῦ βασιλῆος ἐλεύσεται ἔκγονος Ἀνθεύς,

ὅρκι᾿ ὁμηρείης πίστ᾿ ἐπιβωσάμενος,

πρωθήβης, ἔαρος θαλερώτερος (οὐδὲ Μελίσσῳ

Πειρήνης τοιόνδ᾿ ἀλφεσίβοιον ὕδωρ

θηλήσει μέγαν υἱόν, ἀφ᾿ οὗ μέγα χάρμα Κορίνθῳ

ἔσται καὶ βριαροῖς ἄλγεα Βακχιάδαις),

Ἀνθεὺς Ἑρμείῃ ταχινῷ φίλος, ᾧ ἔπι νύμφη

μαινὰς ἄφαρ σχήσει τὸν λιθόλευστον ἔρων·

καί ἑ καθαψαμένη γούνων ἀθέμιστα τελέσσαι

πείσει· ὁ δὲ Ζῆνα Ξείνιον αἰδόμενος

σπονδάς τ᾿ ἐν Φοβίου καὶ ἅλα ξυνεῶνα θαλείης

κρήναις καὶ ποταμοῖς νίψετ᾿ ἀεικὲς ἔπος·

ἡ δ᾿ ὅταν ἀρνῆται μελεὸν γάμον ἀγλαὸς Ἀνθεύς,

δὴ τότε οἱ τεύξει μητιόεντα δόλον,

μύθοις ἐξαπαφοῦσα· λόγος δέ οἱ ἔσσεται οὗτος·

γαυλός μοι χρύσεος· φρείατος ἐκ μυχάτου

νῦν ὅ γ᾿ ἀνελκόμενος διὰ μὲν κακὸν ἤρικεν οὖσον,

αὐτὸς δ᾿ ἐς Νύμφας ᾤχετ᾿ ἐφυδριάδας·

πρὸς σὲ θεῶν, ἀλλ᾿ εἴ μοι, ἐπεὶ καὶ πᾶσιν ἀκούω

ῥηιδίην οἶμον τοῦδ᾿ ἔμεναι στομίου,

ἰθύσας ἀνέλοιο, τότ᾿ ἂν μέγα φίλτατος εἴης.”

ὧδε μὲν ἡ Φοβίου Νειλιάδαο δάμαρ

φθέγξεθ᾿· ὁ δ᾿ οὐ φρασθεὶς ἀπὸ μὲν Λελεγήιον εἷμα

μητρὸς ἑῆς ἔργον θήσεται Ἑλλαμενῆς·

αὐτὸς δὲ σπεύδων κοῖλον καταβήσεται ἄγκος

φρείατος· ἡ δ᾿ ἐπί οἱ λιρὰ νοεῦσα γυνὴ

ἀμφοτέραις χείρεσσι μυλακρίδα λᾶαν ἐνήσει·

καὶ τόθ᾿ ὁ μὲν ξείνων πολλὸν ἀποτμότατος

ἠρίον ὀγκώσει τὸ μεμορμένον, ἡ δ᾿ ὑπὸ δειρὴν

ἁψαμένη σὺν τῷ βήσεται εἰς Ἀΐδην.

Scale model of an ancient city with red-roofed buildings surrounding a large blue pool; Greek caption and 1:300 scale noted on the model.

Και η απόδοση στα Νέα Ελληνικά από τον Γ. Λεκάκη:

[14.1] Από την Αλικαρνασσό ένας νέος, ο Ανθεύς (απόγονος του βασιλιά της Άσσου[1]), που καταγόταν από βασιλικό γένος, εστάλη ως όμηρος στον Φόβιο, έναν από τους Νηλείδες, ο οποίος τότε κυβερνούσε τους Μιλησίους. Η Κλεόβοια, σύζυγος του Φοβίου (την οποία κάποιοι αποκαλούσαν με το επίθετο Φιλαίχμη[2]) τον ερωτεύτηκε. Επινόησε πολλά τεχνάσματα για να τον παρασύρει. Εκείνος, όμως, την απέρριπτε: Άλλοτε έλεγε πως φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί η σχέση τους, και άλλοτε επικαλείτο τον Ξένιο Δία και τους δεσμούς της φιλοξενίας, που τους συνέδεαν. Η Κλεόβοια, πληγωμένη από την απόρριψη, αποφάσισε να τον εκδικηθεί, αποκαλώντας τον σκληρό και αλαζόνα.

[14.2] Έπειτα από κάποιο χρονικό, διάστημα προσποιήθηκε ότι είχε πλέον απαλλαγεί από τον έρωτά της. Έριξε σκοπιμως μια εξημερωμένη πέρδικα(*) μέσα σε ένα βαθύ φρεαρ / πηγάδι και παρακάλεσε τον Ανθέα να κατεβεί και να την ανεβάσει.[3] Εκείνος, χωρίς να υποψιαστεί τίποτε, δέχτηκε πρόθυμα. Όταν όμως κατέβηκε, η Κλεόβοια έριξε πάνω του έναν στιβαρό βράχο. Ο Ανθεύς σκοτώθηκε αμέσως. Εκείνη, όταν συνειδητοποίησε το φοβερό έγκλημα που είχε διαπράξει, και καθώς εξακολουθούσε να φλέγεται από το πάθος της για τον νέο, κρεμάστηκε και αυτοκτόνησε.

[14.3] Ο βασιλιάς Φόβιος, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, θεωρήθηκε μολυσμένος και παραιτήθηκε από την εξουσία, παραχωρώντας την στον Φρύγιο.

(*) Μερικοί όμως έλεγαν ότι δεν είχε ριχτεί πέρδικα στο πηγάδι, αλλά ένα χρυσό σκεύος. Αυτό αναφέρει και ο Αλέξανδρος ο Αιτωλός στους ακόλουθους στίχους:

Ο Φόβιος, γιος του Ιπποκλή, και απόγονος του Νηλέα,

θα είναι γνήσιος συνεχιστής της πατρικής του γενιάς.

Στο σπίτι του θα έρθει ως σύζυγος μια γυναίκα·

και ενώ ακόμη θα είναι νεόνυμφη,

θα φτάσει εκεί ο Ανθεύς, απόγονος του βασιλιά της Άσσου,

ως όμηρος, που εγγυάται με όρκους την πίστη μιας συμφωνίας.

Θα είναι στην πρώτη άνθηση της νειότης του,

πιο λαμπρός κι από την άνοιξη·

τέτοιον γιο δεν θα θρέψει, ούτε το αλφεσίβοιο νερό της Πειρήνης για τον Μέλισσο,

από τον οποίο θα προέλθει μεγάλη χαρά για την Κόρινθο

και μεγάλος πόνος για τους ισχυρούς Βακχιάδες.

Ο Ανθεύς, αγαπημένος του ταχύ Ερμή,

θα γίνει αντικείμενο του έρωτα μιας γυναίκας

που θα παραφρονήσει από πάθος γι’ αυτόν.

Εκείνη, πιάνοντάς τον από τα γόνατα,

θα προσπαθήσει να τον πείσει να παραβεί τους ιερούς θεσμούς·

εκείνος όμως, σεβόμενος τον Ξένιο Δία,

τις σπονδές[4] του Φοβίου του κοινού τραπεζιού της φιλοξενίας,

θα ξεπλύνει σαν ντροπιασμένο λόγο τα λόγια της

στα νερά των πηγών και των ποταμών.

Κι όταν ο λαμπρός Ανθεύς απορρίψει τον μάταιο γάμο που του προτείνει,

τότε εκείνη θα σκαρώσει δόλο πανούργο.

Με ψεύτικα λόγια θα τον εξαπατήσει και θα του πει:

«Ένα χρυσό δοχείο μου έπεσε στα βάθη του πηγαδιού.[3] 

Καθώς το τραβούσα, γλίστρησε και χάθηκε.

Σε ικετεύω στους θεούς, αφού όλοι λένε

πως η κάθοδος σ’ αυτό το στόμιο είναι εύκολη·

αν κατέβαινες να το ανασύρεις,

θα ήσουν για μένα ο πιο αγαπητός από όλους».

Έτσι θα μιλήσει η σύζυγος του Φοβίου, απογόνου του Νηλέα.

Κι εκείνος, χωρίς να αντιληφθεί την παγίδα,

θα αφήσει στην άκρη το λελεγικό του ένδυμα,

έργο των χεριών της μητέρας του, Ελλαμενής,

και βιαστικά θα κατεβεί στο κοίλωμα του φρέατος.

Τότε η γυναίκα, με δόλια σκέψη,

θα του ρίξει με τα δυο της χέρια μια μυλόπετρα.

Και τότε αυτός, ο πιο άτυχος από όλους τους ξένους,

θα εκπληρώσει το πεπρωμένο του και θα υψώσει τον τάφο του·

ενώ εκείνη, περνώντας θηλιά στον λαιμό της,

θα κατέβει μαζί του στον Άδη.

ΠΗΓΗ: Παρθένιος ο Νικαεύς “Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων”. Γ. Λεκακης “Λεξικο παραδοσεων”. Γ. Λεκακης “Η αγνωστη Μικρα Ασία”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2019.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Ἀσσησός / Άσσος Τρωάδος, ίδρυμα Αιολέων: Μια τοποθεσία στην περιοχή της Μιλήτου στην Ιωνία. Με λαμπρό ναό αφιερωμένο στην θεά Ἀσσησίη / Ἀσσησία Αθηνά. Αυτός ο ναός κάηκε σε έναν πόλεμο μεταξύ των Μιλησίων και των Λυδών. Ο Αλυάττης, ο βασιλιάς της Λυδίας, σύμφωνα με έναν δελφικό χρησμό, διέταξε να κτιστούν στην θέση του δύο ναοί αφιερωμένοι στην Αθηνά! 

ΠΗΓΗ: Ηρόδοτος Α΄ 19,22. Θεοπόλεως, Φιλ. XXIV. Στέφ. Βυζάντιος. Στρατ. VI,47. Αλέξιος Αιτωλός «Παρθενολογία, Ερωτικά» 14. Νικολία, «Δαμιανός» 54. FHG III 388. Ραγιέτ «Μίλητος», Βιέννη.

[2] Δηλ. αυτή που αγαπούσε να είναι αιχμηρή.

[3] Η ιστορία καταγράφεται και στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι «Ο Μενούσης».

[4] Ακόμη εξακολουθεί μεταξύ των σημερινών Ελλήνων η παροιμιώδης φράση «ήπιαμε μαζί ένα κρασί», «φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι», να σημαίνει «έχουμε περάσει πολλά μαζί, είμαστε σαν αδέλφια»!

arxeion-politismou.gr

Διαβάστε Περισσότερα...