Amfipoli News: ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΜΑΖΟΝΕΣ

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2021

ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΜΑΖΟΝΕΣ



Οι Αμαζόνες ήταν μια φυλή- ένας λαός- που αποτελούνταν κυρίως από γυναίκες. Πατέρας τους θεωρούνταν ο θεός του πολέμου Άρης και μητέρα τους η Ναϊάδα Αρμονία. Οι πρόγονοί μας πίστευαν πως ζούσαν στην Σκυθία, που γι’ αυτός ήταν μια μεγάλη περιοχή που εκτεινόταν από την Θράκη και την Ιλλυρία, την Μαύρη Θάλασσα και συμπεριλάμβανε μια ευρεία περιοχή της Ευρασίας. Εκεί ζούσαν νομαδικοί λαοί που ου Έλληνες τους αποκαλούσαν Σκύθες. Ο Όμηρος θεωρεί πως ζούσαν στην Φρυγία και την Λυκία, ο Ευριπίδης στον Πόντο, ο Αισχύλος στην πόλη Θεμίσκυρα του Εύξεινου Πόντου και άλλοι συγγραφείς σε διάφορα άλλα μέρη, μέχρι την Λιβύη.

Οι Αμαζόνες ήταν νομαδικός λαός. Τις θεωρούσαν άριστες στον πόλεμο, που ισάξια πολεμούσαν έφιππες στο πλευρό των αντρών τους. Στους μύθους των προγόνων μας παρουσιάζονται να είναι γυναίκες που ζούσαν χωρίς άντρες. Για να γεννήσουν λέγεται ότι δυο μήνες την άνοιξη πήγαιναν κι έμεναν με ένα γειτονικό λαό- τους Γαργαρείς- για να ζευγαρώσουν και από τα παιδιά που γεννούσαν κρατούσαν μόνο θα θηλυκά, ενώ τα αρσενικά τα έστελναν στους πατεράδες τους ή σε μια άλλη βάρβαρη εκδοχή τα σκότωναν. Από μικρές εκπαιδεύονταν στον πόλεμο, στην χρήση του τόξου και του ξίφους.
Ο Όμηρος τις αποκαλεί «Ἀμαζόνας ἀντιανείρας» (αντροδύναμες Αμαζόνες) ενώ ο Λυσίας λέει: «ἐνομίζοντο δὲ διὰ τὴν εὐψυχίαν μᾶλλον ἄνδρες ἢ διὰ τὴν φύσιν γυναῖκες» [ Μετ.: Και θεωρούνταν (οι Αμαζόνες) περισσότερο άνδρες για την ανδρεία τους παρά γυναίκες λόγω της φύσης τους] (Λυσίας, Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς, 4, 6-8)
Σχετικά με το όνομά τους υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Στην πιο διαδεδομένη εκδοχή, το όνομα «Αμαζόνες» προέρχεται από το στερητικό άλφα και τη λέξη «μαζός», που σημαίνει μαστός, επειδή σύμφωνα με μια θεωρία ακρωτηρίαζαν ή συνέθλιβαν το δεξί στήθος τους για να διευκολύνουν το χειρισμό του τόξου. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να είναι αλήθεια γιατί οι μαστοί δεν εμποδίζουν με κανέναν τρόπο την αποτελεσματική χρήση του τόξου. Μία άλλη εκδοχή είναι να προέρχεται από την έκφραση του a- maza, δηλαδή «χωρίς σιτηρά» γιατί οι νομαδικοί λαοί από τους οποίους προέρχονταν οι Αμαζόνες δεν έτρωγαν σιτηρά, αλλά τρέφονταν κυρίως με κρέας και γάλα αλόγου. Μία τρίτη εκδοχή είναι εκείνη της έκφρασης του ama- zonai, που σημαίνει «εκείνες που φοράνε ζώνες», και προφανώς εννοούνται οι πολεμικές ζώνες, που συγκρατούσαν την πολεμική του στολή. Για μια τέτοια ζώνη πραγματοποιήθηκε ο ένατος άθλος του Ηρακλή, στον οποίο πήρε την εντολή να φέρει την ζώνη της αμαζόνας Ιππολύτης.
Αυτό το κατόρθωμα αναφέρει ο ήρωας στην τραγωδία “Ηρακλής μαινόμενος”:
[[ Και στον στρατό τον καβαλάρη
των Αμαζόνων ήρθ᾽ ενάντια
γύρω στην πολυπόταμη Μαιώτιδα
μέσ᾽ απ᾽ του Εύξεινου το κύμα
μαζεύοντας απ᾽ την Ελλάδα
συντροφιά φίλων, κυνηγούς
ολέθριους της ζώνης της κόρης
της πολεμικής, στολίδι
που ήταν των πέπλων της ολόχρυσο·
και πήρε η Ελλάδα τα ένδοξα
λάφυρ᾽ από το βάρβαρο κορίτσι
και στας Μυκήνας αυτός γύρισε.]] (Ευριπίδης, “Ηρακλής μαινόμενος”, 407- 418)
Ο Ηρόδοτος γράφει για κάποιον πόλεμο των Ελλήνων με τις Αμαζόνες:
[[ Κι όσο για τους Σαυρομάτες, διηγούνται αυτή την ιστορία: όταν οι Έλληνες έκαναν πόλεμο με τις Αμαζόνες (και τις Αμαζόνες οι Σκύθες τις λένε Οιόρπατα, που στην ελληνική γλώσσα σημαίνει τον ανδροκτόνο· γιατί οιόρ λένε τον άντρα, και το πατά σημαίνει σκοτώνω), τότε έχουν να λένε πως οι Έλληνες τις νίκησαν σε μάχη στο Θερμώδοντα ποταμό και γύριζαν με τα καράβια τους φέρνοντας μαζί τους σε τρία καράβια όσες Αμαζόνες μπόρεσαν να πιάσουν ζωντανές. Όμως αυτές στ᾽ ανοιχτά της θάλασσας όρμησαν πάνω στους άντρες και τους έσφαξαν, αλλά δεν είχαν ιδέα από καράβια ούτε πώς κουμαντάρουν το τιμόνι ούτε τα πανιά ούτε τα κουπιά· κι έτσι, αφού κατάσφαξαν τους άντρες, αρμένιζαν όπου τους πήγαινε το κύμα κι ο άνεμος, και φτάνουν στη Μαιήτιδα λίμνη, στους Κρημνούς· αυτοί οι Κρημνοί βρίσκονται στη χώρα των ελευθέρων Σκυθών. Εκεί οι Αμαζόνες αποβιβάστηκαν στη στεριά και πήραν να πορεύονται για κατοικημένους τόπους. Της πρώτης αγέλης αλόγων που συνάντησαν να βόσκει άρπαξαν τ᾽ άλογα και καβάλα πάνω σ᾽ αυτά διαγούμιζαν τη χώρα των Σκυθών.]] (Ηρόδοτος, “Ιστορίαι”, βιβλ. Δ΄, 110, 1- 2)
Συνεχίζουμε την ανάγνωση για να δούμε τις συνήθειες των Αμαζόνων και πώς έρχονταν σε επαφή με τις γειτονικές φυλές και τους άντρες:
[[ Κι οι Σκύθες δεν μπορούσαν να καταλάβουν τί συμβαίνει. Γιατί δε γνώριζαν ούτε τη γλώσσα ούτε τη φορεσιά ούτε τη φυλή τους, αλλά απορούσαν, από πού να ήρθαν, και νόμιζαν πως είναι άντρες της ίδιας ηλικίας όλοι, νέοι, και τέλος έδωσαν μάχη μ᾽ αυτές. Κι όταν τελείωσε η μάχη, τα πτώματα έμειναν στα χέρια των νικητών, των Σκυθών, κι έτσι έμαθαν πως ήταν γυναίκες. Έκαναν λοιπόν σύσκεψη κι αποφάσισαν να μην τις σκοτώνουν πια, ό,τι κι αν γίνει, αλλά να στείλουν κοντά τους τούς νεότερους απ᾽ το στρατό τους, τόσους, όσες σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους υπόθεσαν ότι είναι εκείνες· και να στρατοπεδεύσουν κοντά σ᾽ εκείνες και να κάνουν κι αυτοί ό,τι θα ᾽καναν κι εκείνες, κι αν τους επιτεθούν αυτές, να μη δώσουν μάχη, αλλά ν᾽ αποτραβιούνται, κι όταν σταματήσουν αυτές την καταδίωξη, να πάνε κοντά τους και να στρατοπεδεύσουν. Ο λόγος που πήραν αυτές τις αποφάσεις οι Σκύθες ήταν που ήθελαν ν᾽ αποχτήσουν παιδιά απ᾽ αυτές.
Έστειλαν λοιπόν τους νεαρούς κι αυτοί εκτελούσαν τις εντολές που πήραν. Κι οι Αμαζόνες κατάλαβαν πως δεν ήρθαν για να τις κάνουν κανένα κακό και τους άφηναν στην ησυχία τους· και κάθε μέρα που περνούσε το ένα στρατόπεδο σίμωνε στο άλλο. Κι οι νεαροί, όπως άλλωστε κι οι Αμαζόνες, δεν είχαν μαζί τους τίποτε άλλο παρά μονάχα τα όπλα και τ᾽ άλογά τους, και ζούσαν την ίδια ζωή μ᾽ εκείνες, από κυνήγι και διαγούμισμα.
Λοιπόν οι Αμαζόνες το μεσημέρι έκαναν κάτι τέτοιο· διασκορπίζονταν κι η καθεμιά τους χωριστά ή δυο δυο απομακρύνονταν από τις άλλες, για να ξαλαφρώσουν με την άνεσή τους. Βλέποντας αυτό οι Σκύθες, έκαναν κι αυτοί το ίδιο. Κι ένας τους πέτυχε μια τους ξεμοναχιασμένη κι άρχισε να της βάζει χέρι, κι η Αμαζόνα δεν τον έκανε πέρα, αλλά τον άφησε να κάνει τη δουλειά του. Να του μιλήσει βέβαια δεν μπορούσε (γιατί ο ένας δεν καταλάβαινε τη γλώσσα του άλλου), όμως του έλεγε με χειρονομίες να ᾽ρθει την άλλη μέρα στο ίδιο μέρος και να φέρει μαζί τους κι άλλον ένα, εννοώντας να γίνουν δυο οι νεαροί, κι αυτή θα φέρει κι άλλη μια. Κι ο νεαρός, όταν γύρισε πίσω, διηγήθηκε αυτά στους υπόλοιπους, και την άλλη μέρα ήρθε στο γνωστό μέρος κι ετούτος που λέμε κι έφερε κι έναν άλλο, και βρήκε την Αμαζόνα να τον περιμένει μαζί με μια άλλη. Κι όταν τα ᾽μαθαν αυτά οι υπόλοιποι νεαροί, με τη σειρά τους κορφολόγησαν τις υπόλοιπες Αμαζόνες.
Κατόπι έκαναν τα στρατόπεδά τους ένα και ζούσαν μαζί κι ο καθένας είχε γυναίκα εκείνη με την οποία έσμιξε την πρώτη φορά. Τώρα, τη γλώσσα των γυναικών οι άντρες δεν μπορούσαν να τη μάθουν, όμως οι γυναίκες κατάλαβαν τη γλώσσα των αντρών. Κι όταν έφτασαν να συνεννοούνται, οι άντρες είπαν στις Αμαζόνες τα εξής: «Εμείς έχουμε γονείς, έχουμε και χτήματα. Λοιπόν, ας σταματήσουμε να ζούμε μια τέτοια ζωή κι ας πάμε στον κόσμο τον πολύ και να ζούμε εκεί· γυναίκες μας θα έχουμε εσάς, καμιά άλλη!» Κι εκείνες αποκρίθηκαν: «Εμάς μας είναι αδύνατο να ζήσουμε μαζί με τις γυναίκες του τόπου σας· γιατί άλλες οι δικές τους συνήθειες, άλλες οι δικές μας. Εμείς έχουμε να κάνουμε με τόξα και ακόντια και ιππασία, και δεν ξέρουμε από γυναίκειες δουλειές, ενώ οι γυναίκες του τόπου σας δεν κάνουν τίποτ᾽ απ᾽ αυτά που αραδιάσαμε, αλλά καταγίνονται με γυναίκειες δουλειές και κάθονται στις άμαξές σας - ούτε στο κυνήγι πάνε ούτε πουθενά αλλού. Θα μας ήταν λοιπόν αδύνατο να ζήσουμε μονοιασμένες μαζί μ᾽ εκείνες. Αλλά, αν θέλετε να μας έχετε γυναίκες σας και να σας έχει ο κόσμος για τους πιο δίκαιους ανθρώπους, πηγαίνετε να βρείτε τους γονείς σας, πάρτε με κλήρο ό,τι σας πέφτει από τα χτήματα κι ύστερα ελάτε να ζήσουμε χωριστά από τους άλλους».
Οι νεαροί τις άκουσαν κι έκαναν ό,τι τους είπαν. Πήραν με κλήρο ό,τι τους έπεφτε από τα χτήματα και γύρισαν στις Αμαζόνες. Κι οι γυναίκες τούς είπαν τα εξής: «Μας κυρίεψε φόβος και τρόμος· μπορούμε να ζήσουμε σ᾽ αυτό τον τόπο, την ώρα που από τη μια σας ξεκόψαμε από τους πατεράδες σας κι από την άλλη ρημάξαμε για τα καλά τη γη σας; Αλλά μια και θέλετε να μας έχετε γυναίκες, νά τί να κάνετε μαζί μας: ελάτε, να σηκωθούμε και να φύγουμε απ᾽ αυτή τη χώρα, να διαβούμε τον ποταμό Τάναη και να ζούμε εκεί».
Οι νεαροί τις άκουσαν και σ᾽ αυτά. Διάβηκαν τον Τάναη και πορεύονταν σε τόπο που θέλει πορεία τριών ημερών από τον Τάναη προς την ανατολή του ήλιου και τριών από τη λίμνη Μαιήτιδα προς τον άνεμο του βοριά. Έφτασαν σε τούτη την περιοχή, όπου είναι εγκατεστημένοι σήμερα, και την έκαναν πατρίδα τους. Κι οι γυναίκες των Σαυροματών πήραν και ζουν από τότε σαν τις Αμαζόνες του παλιού καιρού, και βγαίνουν συχνά από το σπίτι τους για κυνήγι καβάλα σ᾽ άλογα μαζί με τους άντρες τους, αλλά και χωρίς τους άντρες τους, και πηγαίνουν στον πόλεμο φορώντας τα ίδια ρούχα με τους άντρες τους.
Κι όσο για τη γλώσσα που μιλούν οι Σαυρομάτες, είναι τα σκυθικά, κάνουν όμως πολλά λάθη μιλώντας τα - κι η αιτία είναι παλιά: δεν τα έμαθαν καλά οι Αμαζόνες. Κι όσο για το γάμο, νά πώς τα κανόνισαν· καμιά κοπέλα δεν παντρεύεται προτού σκοτώσει εχθρό στρατιώτη. Μάλιστα μερικές απ᾽ αυτές και πεθαίνουν γερασμένες, πριν να παντρευτούν, γιατί δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν αυτό τον όρο.]] (Ηρόδοτος, “Ιστορίαι”, βιβλ. Δ΄, 111- 117)
Οι Αμαζόνες εκτός από τον πατέρα τους Άρη, τιμούσαν και την Άρτεμη, αφού της θεάς της άρεσε το κυνήγι και το τόξο. Μια αναφορά γι’ αυτό έχουμε από τον Παυσανία:
[[ Πολύ πιο παλιό από την εγκατάσταση αυτή είναι το ιερό της Εφέσιας Άρτεμης. Σχετικά με τη θεά αυτή νομίζω πως ο Πίνδαρος έχει ελλιπείς πληροφορίες, γιατί λέει πως το ιερό της το ίδρυσαν οι Αμαζόνες κατά την εκστρατεία τους εναντίον των Αθηνών και του Θησέα. Η αλήθεια είναι πως οι οι από τον Θερμοδώντα γυναίκες έκαμαν και τότε θυσίες για την Εφέσια θεά, γιατί ήξεραν από παλιά το ιερό, θυσίασαν και κατά την καταδίωξή τους από τον Ηρακλή και άλλες ακόμα πιο παλιά ηττημένες από το Διόνυσο, οπότε είχαν πάει στο ιερό ως ικέτιδες· δεν είχε ιδρυθεί λοιπόν το ιερό από τις Αμαζόνες· ιδρυτές του ήταν ο Κόρησος, καταγόμενος από τούτο τον τόπο, και ο Έφεσος, θεωρούμενος γιος του ποταμού Καΰστρου· από τον Έφεσο πήρε το όνομά της η πόλη.]] (Παυσανίας, “Ελλάδος περιήγησις”, βιβλ. VII, Αχαϊκά, 2, 7)
Ο ποιητής Βακχυλίδης σε έναν “επίνικό” του υμνεί τις άξιες στον πόλεμο Αμαζόνες:
[[ Ακόμα και οι παρθένες που κατοικούν
δίπλα στο ομορφορέματο ποτάμι του Θερμώδοντα,
οι κόρες του αλογολάτη Άρη,
έμπειρες στα όπλα,
τους δικούς σου απογόνους,
πολυζήλευτε άρχοντα των ποταμών,
δοκίμασαν, όπως τους δοκίμασε
και η πόλη της ψηλόπυργης Τροίας.
Μέσα από πλατιούς δρόμους προχωρά
προς όλες τις κατευθύνσεις
η μυριόστομη φήμη των λαμπρόζωνων
θυγατέρων της δικής σου γενιάς,
αυτές που οι θεοί, με τύχη λαμπρή,
εγκατέστησαν ηγεμόνισσες απόρθητων πόλεων.]]
 (Βακχυλίδης, “Επίνικοι”, 9 S.- M., Για τον Αυτομήδη από τον Φλειούντα)
Αποσυμβολισμός ελληνικής μυθολογίας

Διαβάστε επίσης:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου