Amfipoli News: Οδυσσεύς σημαίνει ο μισούμενος υπό των θεών

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Οδυσσεύς σημαίνει ο μισούμενος υπό των θεών


Mythic seascape: a muscular man in a red cloak stands on a ship's prow as nude men and women swim and cling to the vessel around crashing waves.

Οδυσσέας και Σειρήνες – του L. Belly, έργο του 1867, λάδι σε καμβά – Musée de l’Hôtel Sandelin, του αρχαίου Σιθιου – νυν Saint-Omer, Pas-de-Calais, Hauts-de-France Γαλλίας.

Ὀδυσσεύς = ἐκ τοῦ ῥήματος ὀδύσσομαι (= ὀργίζομαι, μισῶ κάποιον).

Ο Ὀδυσσεύς ήταν υἱός τοῦ Λαέρτη, και σύζυγος τῆς Πηνελόπης. Ὁ μισούμενος ὑπό τῶν θεῶν ἐπειδή διέπραξε πολεμῶντας καί κάποια ἐγκλήματα πολέμου.

Στήν ῥαψωδία τ΄ 409 τῆς Ὀδυσσείας διαβάζουμε: «Πολλοῖσιν γάρ ἐγώ γε ὀδυσσάμενος τόδ’ ἱκάνω…τῷ δ’ Ὀδυσσεύς οὔνομα ἔστω ἐπώνυμον…». Ὁ πάππος τοῦ Ὀδυσσέως Αὐτόλυκος δηλώνει ὅτι φθάνει ὀδυσσάμενος (ὠργισμένος) μέ πολλούς, γιά αὐτό νά ὀνομασθῇ Ὀδυσσεύς ὁ ἐγγονός του.

ΠΗΓΗ: Θ. Φ. Πολυμέρη «ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΟΑ κυρίων ονομάτων και τοπωνυμιών των Ομηρικών Επών», εκδ. Αρχύτας, 2017. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2018.

ΣΧΟΛΙΑ Γ. Λεκάκη:

  • Ὀδυσσεύς -έως, Ἰων. Ὀδυσσῆος = ὁ βασιλεὺς τῆς Ἰθάκης οὗ αἱ τύχαι μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Τροίας ἐκτίθενται ἐν τῇ Ὀδυσσείᾳ· ὁ Ὅμηρ. ἔχει καὶ τὸν Ἐπικ. τύπον, Ὀδυσεύς· Αἰολ. γεν. Ὀδυσεῦς – Ὀδ. ω,398· αἰτ. Ὀδυσσέα (ἡ λήγουσα βραχεῖα πρὸ φωνήεντος) Ρ. 301· Ὀδυσσέα (αἱ δύο τελευτ. συλλ. ἀποτελοῦσι μίαν διὰ συνιζήσεως) – Σοφ. Αἴ. 104, Ὀδυσσῆ – Πινδ. Ν. 8.44. Ὀδυσσῆα Ι.74, 83, κ.α.· Οὑδυσσεύς, κατὰ κρᾶσιν ἀντὶ ὁ Ὀδ., Σοφ. Φ.572· ― πληθ. Ὀδυσσέας – Εὐρ. Ρῆσ. 866. ― Περὶ τῆς μυθικῆς ἐτυμολογίας τῆς λέξεως παρ’ Ὁμ. ἴδε ἐν λ. ὀδύσσομαι. Ἐπίθ. Ὀδύσσειος, Ὀδύσσεια, Ὀδύσσειον, ὁ εἰς τὸν Ὀδυσσέα ἀνήκων, Τζέτζ., κτλ.· Ἐπικ. Ὀδυσσήιος, Ὀδ. Σ. 353. – Λατ. Ulysses.
  • ὀδύσσομαι: Ἐπικ. ῥῆμα ἐν χρήσει μόνον ἐν τῷ μέσ. ἀορ. α΄ ὀδύσασθαι (ὁ Ἡσύχ. ἐκτὸς τοῦ μέσου ἀορίστου ἔχει καὶ ἀπαρέμφ. παθ. ἀορ. ὀδυσθῆναι ὅπερ ἑρμηνεύει: «ὀδύσασθαι. χολωθῆναι, θυμωθῆναι, ὀργισθῆναι»), καὶ ἅπαξ ἐν τῷ παθ. πρκμ. ὀδώδυσται· (ἴδε ἐν τέλ.). Χολοῦμαι, ὀργίζομαι ἐναντίον τινός, μέμφομαι, μισῶ, μετὰ δοτ. προσ., τῷ μὲν ἔπειτ’ ὀδύσαντο θεοὶ Ἰλ. Ζ. 138· ἰδίως ὡς μυθικὴ ἀρχὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ὀδυσσέως, ὡς μισουμένου ὑπὸ θεῶν τε καὶ ἀνθρώπων, (πρβλ. Ἀχιλλεύς, ἄχος), τί νύ οἱ τόσον ὠδύσαο Ζεῦ; Ὀδ. Α. 62· τίπτε μοι ὧδε Ποσειδάων… ὠδύσατ’ ἐκπάγλως; Ε. 340· πολλοῖσιν γὰρ ἔγωγε ὀδυσσάμενος… ἱκάνω…· τῷ δ’ Ὀδυσεὺς ὄνομ’ ἔστω ἐπώνυμον (ὅπου λαμβάνει οἱονεὶ παθητ. σημασ., ἔχω παράσχει αἰτίαν δυσαρεσκείας) Τ. 407-9, πρβλ. Σοφ. Ἀποσπ. 408· οὕτω καὶ Βριάρεῳ… πατὴρ ὠδύσσατο θυμῷ Ἡσ. Θ. 617· ― ἀπολ., ὀδυσσαμένοιο τεοῖο Ἰλ. Θ. 37, 468· ― μεθ’ Ὅμ. κατ’ αἰτ., ὠδύσατο Ζῆνα Ὁμ. Ἐπιγράμμ. 6. 8· τί… ἐμὴν ὠδύσσαο νηδύν; Ἀνθ. Π. 9. 117. ― Ἐπικ. ῥῆμα, ὅπερ παραλαμβάνει ἅπαξ ὁ Σοφ. ― (Τὸ ο φαίνεται ὅτι εἶναι εὐφωνικὸν προθεματικὸν ὡς ἐν τῷ ὀδύρομαι, κτλ.· ὥστε ἡ ῥίζα εἶναι ΔΥΣ- > σανσκρ. dvish, dvèsh-mi (odi), dvish, dvesh-as (odium· ― ἴδε ἐν λέξ. δυσ-). – ΠΗΓΗ: LSJ.
arxeion-politismou.gr
Διαβάστε επίσης:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου