Ο Αριστοτέλης δεν είχε μια μοναδική μέθοδο που την εφάρμοσε σε όλη του τη φιλοσοφία. Θεωρούσε ότι κάθε τομέας μελέτης είχε τις δικές του διαδικασίες έρευνας και κριτήρια ακρίβειας. «Όπως έγραψε για την ηθική:
Η έρευνα δε αυτή θα είναι αρκετά τελεία, εάν πραγματευθώμεν με ακρίβειαν όλα τα σημεία του θέματος το οποίον θα εξετάσωμεν. Διότι την ακρίβειαν δεν πρέπει να την επιδιώκωμεν εις όλας τας ερευνάς μας κατά το αυτό μετρ ον, καθώς ουδέ εις όλα τα κατασκευάζομε να έργα (Ηθικά Νικομάχεια).
Εντούτοις, ο Αριστοτέλης είχε μια ιδέα που θεωρούσε ότι μπορούσε να βοηθήσει στην εξήγηση πολλών πραγμάτων, από την κίνηση των ουράνιων σωμάτων μέχρι τη συμπεριφορά των ανθρώπινων όντων: την τελεολογία. Πρόκειται για την ιδέα ότι το παρόν θα μπορούσε να γίνει κατανοητό μέσω της αναφοράς στο μέλλον. Η φύση ενός πράγματος -είτε πρόκειται για βελανίδι είτε για άνθρωπο- συνδεόταν αξεδιάλυτα με το τέλος του, το στόχο του ή τον οριστικό του σκοπό. Ο οριστικός σκοπός ενός πράγματος καθορίζει τη φύση του και η φύση κατά συνέπεια το οδηγεί προς το στόχο του. Για παράδειγμα, ο στόχος ενός βελανιδιού είναι να γίνει βελανιδιά και μπορούμε να κατανοήσουμε ένα βελανίδι μόνο σε αναφορά με αυτό που μπορεί να γίνει. Τα βελανίδια, επιπλέον, πάντα γίνονται βελανιδιές και ποτέ έλατα ή μηλιές, παρόλο που τρέφονται με το ίδιο νερό και χώμα όπως και τα άλλα είδη. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ακριβώς το τέλος του βελανιδιού, εκφρασμένο στη συγκρότησή του, δημιουργεί τη διαφορά. Και τα ανθρώπινα όντα έχουν έναν τελικό σκοπό που εάν μπορούσαμε να τον κατανοήσουμε, θα ήμαστε καλύτερα εξοπλισμένοι για να τον επιτύχουμε.
Ο Αριστοτέλης είχε γεννηθεί στα Στάγιρα, μια μικρή ελληνική αποικία σι η Χαλκιδική, το 384 π. X. Ο πατέρας του, που πέθανε όταν ο Αριστοτέλης ήταν παιδί, ήταν γιατρός στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας, εξ ου και η μακρόχρονη σχέση του φιλόσοφου με αυτό το κράτος.
Όταν ήταν δεκαοχτώ χρόνων ταξίδεψε στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Ακαδημία υπό την καθοδήγηση του Πλάτωνα. Έμεινε εκεί για τα επόμενα είκοσι χρόνια και αναδείχθηκε στον πιο διακεκριμένο, αλλά όχι και πιο πειθήνιο, μαθητή του δασκάλου του. Ίσως ήταν αναμενόμενο να αναλάβει την Ακαδημία μετά το θάνατο του Πλάτωνα, το 347 π.Χ., αλλά επειδή ήταν έποικος, ο νόμος τού απαγόρευε την κατοχή αθηναϊκής ιδιοκτησίας.
Εν πάση περιπτώσει, τότε πλέον οι απόψεις του Αριστοτέλη είχαν αποκλίνει ριζικά από την πλατωνική ορθοδοξία. «Ο Πλάτωνας μου είναι αγαπητός», έλεγε, «αλλά πιο αγαπητή μου είναι η αλήθεια». Σε αντίθεση με ιο δάσκαλό του, προτιμούσε να ερευνά τα γεγονότα για να διαμορφώνει εικασίες όσον αφορά τα υψηλόφρονα ιδανικά, τουλάχιστον κατ’ αρχάς. Έτσι, ο ανιψιός του Πλάτωνα Σπεύσίππος ανέλαβε επικεφαλής της Ακαδημίας, ενω ο Αριστοτέλης έφυγε για να ταξιδέψει στη Μικρά Ασία με τους φίλους του και συναδέλφους Θεόφρασχο και Ξενοκράτη. Εκεί παντρεύτηκε την Πυθιάδα, την ανιψιά του κυβερνήτη της Ασσου, αλλά δύο χρόνια αργότερα, όταν ο θείος της δολοφονήθηκε σε μια εξέγερση, ο Αριστοτέλης κλήθηκε στη μακεδονική πρωτεύουσα, την Πέλλα, από το βασιλιά Φίλιππο.
Συνεχίστε την ανάγνωση ΕΔΩ


Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου