Amfipoli News: Αρχαία ελληνική αποικία στην Ισπανία, με ναό Δήμητρος-Κόρης, πεντελικό μάρμαρο, κρατήρες από την Αττική, κλπ!

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Αρχαία ελληνική αποικία στην Ισπανία, με ναό Δήμητρος-Κόρης, πεντελικό μάρμαρο, κρατήρες από την Αττική, κλπ!

Του Γιώργου Λεκάκη

Το Mas Castellar είναι ένας οικισμός στον Δήμο του Πόντου (Pontós), στην επαρχία της Γυρόνας (Γιρόνας / Χιρόνας / Girona), στην Ισπανία. Το Mas Castellar ήταν στην αρχαία Oδό του Ηρακλέους, την οποία ίδρυσε και οργάνωσε ο Ηρακλής, επιστρέφοντας από τον άθλο του για τα βόδια του Γηρυόνη. Υπήρχε ήδη από τον 6ο αι. π.Χ.

 

Γι’ αυτό και η πόλη Γυρόνα επήρε το όνομά της από την ίδρυσή της, κατά τον Γυρισμό του Ηρακλή ή από τον Γηρυόνη. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να ορθογραφείται Γυρόνα ή Γηρόνα. Ελέγετο και Γηρούντα / Γερούντα / Γερούς / Ιερούς = Ιερά ως γέρικη, δηλ. αρχαία. Η Via Heraclea αργότερα μετονομάσθη σε Via Augusta, και η αρχαία ελληνική ιστορία χάθηκε… Όταν παραχωρείς / παραφράζεις τοπωνύμια, παραχωρείς / παραφράζεις ιστορία…

Το Mas Castellar είναι σημαντικός αρχαιολογικός χώρος, που λένε ότι πρωτοκατοικήθηκε από τους Ινδιγέτες, από τον 7ο έως και το 2ο αιώνα π.Χ. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η παρουσία μεγάλης συγκέντρωσης αποθήκευσης σιτηρών (σιλό). Ποιοι όμως ήταν αυτοί οι Ινδιγέτες, που το δεύτερο συνθετικό τους προκύπτει από τους Γέτες Θράκες Έλληνες

Ο οικισμός καταλαμβάνει ένα οροπέδιο, περίπου 5 εκταρίων. Πιο κάτω το ρέμα Alguema και δύο παραποταμοι-χειμαρροι. Αυτή η υπερυψωμένη τοποθεσία επιτρέπει τον καλό οπτικό έλεγχο της γύρω περιοχής και την άμυνά της, επειδή έχει μόνον ένα σημείο πρόσβασης (είναι δηλ. μονεμβασιά) από τα νότια.

Η περιοχή που καταλαμβάνει ο οικισμός διαμορφώνεται σε δύο αναβαθμίδες, που χωρίζονται από υψομετρική διαφορά περίπου 3 μ.:

  • Την άνω ή Campo de Dalt, και
  • την κάτω ή Campo de Baix.

Ο αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει τρεις διακριτούς τομείς. Το αρχαιότερο στοιχείο είναι ένας οχυρωμένος οικισμός (oppidum), που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του Campo de Dalt. Στο ανατολικότερο σημείο του, ευρίσκεται ένας γεωργικός οικισμός. Το τρίτο στοιχείο είναι ένα μεγάλο χωράφι με σιλό, που καταλαμβάνει σημαντικό τμήμα τόσο του Campo de Dalt όσο και του Campo de Baix.

Οι πρώτοι οικισμοί αποτελούνται από μερικες αποθήκες, που βρίσκονται στην άνω πεδιάδα. Αρχαιότερα ερείπια έχουν επίσης βρεθεί κάτω από τον οχυρωμένο οικισμό, αλλά η χρονολόγησή τους είναι αβέβαιη.

Ο οχυρωμένος οικισμός – ακρόπολις – εκτίσθη στο υψηλότερο σημείο του Campo de Dalt, πιθανώς πριν από το 450 π.Χ. Έχει ανασκαφεί μόνο εν μέρει. Επομένως είναι γνωστό μόνο ένα μικρό μέρος των 6.000 τ.μ. που πιστεύεται ότι καταλάμβανε. Το ανασκαμμένο και ορατό τμήμα καλύπτει μια έκταση περίπου 1.300 τ.μ. (παρακάτω φωτ.)

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του οικισμού είναι η ισχυρή άμυνά του, από την οποία είναι γνωστοί ένας ορθογώνιος πύργος και δύο γραμμικά τμήματα τείχους. Ο πύργος έχει διαστάσεις 11,5 μ. × 7,05 μ. Ήταν συμπαγής, γεμισμένος με πέτρες και χώμα. Δύο τμήματα τείχους, πάχους 2,6 μ., εκτείνονται από τον πύργο. Το ένα βρίσκεται δίπλα στη νότια πλαγιά του Campo de Dalt και το άλλο εκτείνεται από βορρά προς νότο. Μόνον ένα μέρος από τέσσερα σπίτια που ήταν προσαρτημένα στο νότιο τμήμα του τείχους είναι γνωστό από το εσωτερικό της οχύρωσης.

Γύρω στο 400 π.Χ., οι άμυνα διαλύθηκε με την κατεδάφιση του πύργου και των τειχών. Αυτό συνδέεται με την επιρροή της γειτονικής αποικίας Εμπόριον (νυν παραφρασμένα… Εμπούριες), των Φωκαέων Ελλήνων, που βρίσκεται περίπου 20 χλμ. μακριά (σε ευθεία γραμμή), και τον πολιτικό έλεγχο που ασκούσε στην γύρω περιοχή. 

3 Οι κατοικίες συνέχισαν να αποτελούν έναν απροστάτευτο οικισμό. Η διάλυση του οχυρωμένου χωριού συμπίπτει με την έναρξη της χρήσης της περιοχής ως χώρου αποθηκευτικών κατασκευών.

Τα νέα κτήρια μετακινήθηκαν προς το ανατολικό άκρο του Camp de Dalt, όπου είναι γνωστά δύο σπίτια μεγάλης δομικής πολυπλοκότητας. Αυτά τα κτήρια περιείχαν χώρους αφιερωμένους σε οικιακές και βιοτεχνικές δραστηριότητες, όπως η αρτοποιία.

Τα σιλό στο Mas Castellar χρησίμευαν για την διατήρηση σιτηρών, που προορίζονταν για μεγάλης κλίμακας εμπόριο και για την αποθήκευση σιτηρών για προσωπική κατανάλωση ή τοπικό εμπόριο.

Υπολογίζεται ότι αυτός ο χώρος είχε περίπου 2.500 αρχαίες αποθήκες σιτηρών! Δεν υπάρχει κανένας άλλος γνωστός οικισμός με αυτά τα χαρακτηριστικά και τις διαστάσεις σε όλην την Καταλονία! Γι’ αυτό και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Καταλονίας διοργάνωσε την έκθεση «Mas Castellar: Ο Σιτοβολώνας του Εμπορείου στην Ηρωική Εποχή (του Σιδήρου)» / “El Granero del Ampurdán – Mas Castellar de Pontós en la Edad del Hierro” (21 Μαΐου – 13 Δεκεμβρίου 1998) στην έδρα του μουσείου, στην Γυρόνα, στο μοναστήρι του Αγίου Πέτρου / Sant Pedro de Galligants.

Ο αγροτικός οικισμός μπορεί να ξεκίνησε πριν από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. και συνεχίστηκε μέχρι περίπου το 180 π.Χ., όταν τελικά εγκαταλείφθηκε. Καθ’ όλην την διάρκεια αυτής της περιόδου, εξυπηρετούσε τις εμπορικές ανάγκες των ελληνικών αποικιών Εμπόριο και Ρόδων (αποικία Ροδίων).

Με την απόβαση των ρωμαϊκών στρατευμάτων στο αρχαίο ελληνικό Εμπορείον, το 218 π.Χ., ο ρόλος του οικισμού ως προμηθευτή γεωργικών προϊόντων, τα οποία είχε αναπτύξει επί αιώνες για το διεθνές εμπόριο μέσω του λιμανιού του Εμπορειός, μεταμορφώθηκε, για να προμηθεύει δημητριακά στα ρωμαϊκά κατοχικά στρατεύματα που εγκαταστάθηκαν σε αυτήν την περιοχή. Η ρωμαϊκή κατοχή συνεχίστηκε καθ’ όλην την διάρκεια του 2ου αιώνα π.Χ., με μια νέα στρατηγική για την αποθήκευση των γεωργικών πλεονασμάτων. Μετεγκαταστάθηκαν τα κέντρα αποθήκευσης, σε τοποθεσίες κοντά στα νέα διοικητικά κέντρα της περιοχής, όπως η ίδια η πολιτική επικράτεια της πόλεως Εμποριον, ή οι αποθήκες στο Κονγκόστ, που συνδέεται με τον οικισμό του Σαντ Χουλια ντε Ράμις κοντά στην πόλη Γερούντα (σημερινή Γυρόνα).

Ανασκαφές

Το κτήμα Mas Castellar ανήκει στην οικογένεια Llavanera από το 1933. Ο τωρινός ιδιοκτήτης, N. Llavanera, αφηγείται πώς, όταν άρχισε να οργώνει το χωράφι αφού απέκτησε ένα τρακτέρ, άρχισε να οργώνει βαθύτερα και βρήκε καμένη γη, κεραμικά, σκωρία από σίδηρο και μπρούντζο, νομίσματα από την Εμπόριον (Ampurias) και την Ιβηρία (Iberia), και έναν οβολό. Οι πρώτοι αρχαιολόγοι που ανέσκαψαν τον χώρο ήταν οι καθηγητές Μ. Ολίβα και Χ. Μαλούκερ, οι οποίοι βρήκαν τα τείχη του 4ου αιώνα π.Χ. Ο χώρος καταγράφηκε για πρώτη φορά από τον M. Oliva Prat το 1968. Μεταξύ 1975 και 1981, ανασκάφηκε υπό την διεύθυνση της A. Martín, από το Κέντρο Αρχαιολογικών Ερευνών της Γυρόνα. Από το 1990 και μετά, η ανασκαφή ήταν συστηματική υπό την διεύθυνση της δρ. E. Pons, στο πλαίσιο ενός προγράμματος που διήρκεσε μέχρι το 2005. Οι πιο πρόσφατες ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2009 και 2019. Το Επαρχιακό Συμβούλιο της Γυρόνα παρέχει επιχορηγήσεις για ετήσιες ανασκαφικές εκστρατείες. Η τελευταία έγινε το 2024.

Κατά τις ανασκαφές, συγκεκριμένα σε ένα από τα σπίτια του αγροτικού οικισμού, βρέθηκαν διάφορα αρχαιολογικά υλικά. Τα πιο σημαντικά να είναι τα εξής:

  • έξι πήλινα θυμιατήρια με την κεφαλή της θεάς Δήμητρας,
  • ένα πήλινο με γυναικεία κεφαλή (3ος αιώνα π.Χ.),
  • ένας βωμός σε σχήμα κίονος με ιωνικό κιονόκρανο από πεντελικό μάρμαρο (2ος – 3ος αιώνας π.Χ.),
  • ένα όστρακο και
  • ένας αττικός κωδωνοειδής κρατήρας (5ος αιώνας π.Χ.).

Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν την ύπαρξη (τον 4ο – 2ο αιώνας π.Χ.), ενός ελευσινιακού ιερού της Δήμητρας, θεάς της γεωργίας, και της Περσεφόνης! Σε κεραμικά αυτού ευρέθησαν και παραισθησιογόνα αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας, που έχουν βρεθεί σε και σε οδοντιατρική πέτρα σκελετών του οικισμού. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι αρχαίες Ελληνίδες ιέρειες μπορεί να ήταν σε θέση να θεραπεύουν τα παραισθησιογόνα αλκαλοειδή του μύκητα Claviceps purpurea ο οποίος αναπτύσσεται στο κριθάρι, με διάλυμα αλκαλίου (αλισίβα), για να το καταστήσουν μη τοξικό, ώστε να το χορηγούν ως ελιξήριο (κυκεώνα) στους ανθρώπους, που συμμετείχαν στα Ελευσίνια Μυστήρια. Η πειραματική αρχαιολογία χρησιμοποίησε διαλύματα αλισίβας σε αποσταγμένο νερό.[1]

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 13.3.2016.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Adroher A. M., κ.ά. «El yacimiento de Mas Castellar de Pontós y el comercio del cereal ibérico en la zona de Emporion y Rhode (ss. IV-II a.C.)», Archivo Español de Arqueología, 66, 1993.
  • Antonopoulos R. K., κ.ά. «Investigating the psychedelic hypothesis of kykeon, the sacred elixir of the Eleusinian Mysteries», Scientific Reports, Nature, 13.2.2026. Και «Have We Finally Uncovered The Key To The Eleusinian Mysteries, The Most Fiercely Guarded Secret Of Ancient Greece? Participants in this ancient ritual may have got high on a deadly fungus», IFL Science, 17.2.2026.[1]
  • Pons, E., κ.ά. «El yacimiento del Mas Castellar de Pontós (Alt Empordà, Girona): un núcleo indígena en la órbita de la colonia focea de Emporion», στο Grecs et indigènes de la Catalogne à la mer Noire, Bibliothèque d’archéologie méditerranéenne et africaine 3, 2010.
  • Poblado ibérico Mas Castellar de Pontós (Alt Empordà), Museu d’Arqueologia de Catalunya, 5.9.2024.
  • Dacosta, J. M. «Pagesos entre restes antigues» Alberes 33, 2025.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:

[1] Samples obtained after liquid-liquid extractions were analyzed with 1H-NMR and UHPLC/Q-TOF-HRMS. The 1H NMR spectra demonstrated conversion of toxic ergopeptides, present in control samples but absent at all reaction times in 5% w/v ergot treated with pH 12.5 lye, where characteristic peaks for lysergic acid amide (LSA; ergine) and isolysergic acid amide (iso-LSA; isoergine; erginine) appeared. UHPLC/Q-TOF-HRMS quantitation confirmed this conversion, yielding 0.54 mg LSA and 0.48 mg iso-LSA per gram of ergot at 120 min.

arxeion-politismou.gr

Διαβάστε επίσης:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου