Amfipoli News: Καταιβάτες θεοί, κεραυνοί και κεραυνομαντεία

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Καταιβάτες θεοί, κεραυνοί και κεραυνομαντεία

 


Του Γιώργου Λεκάκη

Αποπλέοντας οι Έλληνες, μετά την Άλωση της Τροίας, είτα τον δεκαετή εμφύλιο μεταξύ των Ελλήνων πόλεμο, έπνεε ένας γνοφώδης αέρας. Φύσαγαν πνεύματα και έπεφταν κεραυνοί, με αποτέλεσμα να απωλέσουν πολλά καράβια. Κάποια μάλιστα μόλις πλησίαζαν στο Σούνιο όπως του Φρόντιδος, του Ονήτορος, του κυβερνήτου της νηός του Μενελάου! Είπαν τότε πως τους αδελφοκτόνους νικητές Αχαιούς, τιμώρησε ο Καταιβάτης Ζευς.[1]

Αλλά ποια ήταν αυτή η έκφανση του θεού των κεραυνών;

Οι θεοί, από αρχαιοτάτων χρόνων, χωρίζονται σε:

  • Αυτούς που έχουν έδρα τον ουρανό: Υπερουράνιους, ενουράνιους, επουράνιους, εναιθέριους, εναέριους.
  • Αυτούς που έχουν έδρα την Γη: Επίγειους (ή επιχθόνιους), υπόγειους, χθόνιους, υποχθόνιους, καταχθόνιους.
  • Αυτούς που έχουν έδρα την θάλασσα / το νερό: Ενάλιους, θαλάσσιους (ή ενθαλάσσιους), και
  • τους «ειδικούς θεούς», τους οποίους επικαλούμεθα για ειδικές περιπτώσεις, ανάλογα τις ιδικές μας ανάγκες: αγνίτες, αγοραίους, αποτρόπαιους, αστεροποιτές, ασφάλειους, γαμήλιους, γενέθλιους, επικάρπιους, ερίγδουπους(= βροντώδεις), εστιούχους, εταιρείους, εφέστιους, ικέσιους, καθάρσιους, λύσιους, ξένιους, παλαμναίους (= που σώζει με την παλάμη του > λέμε “ο θεός να βάλει το χέρι του”), πατρώους, πολιούχους, προστρόπαιους (= που στρέφει τα πράγματα),προτρυγαίους, στράτιους, σωτήρες, τρόπαιους, τροπαιούχους, φίλιους, φράτριους,  φύξιους (= για φυγή), και φυτάλιους.[2]

Η τετρακτύς καταιβατών:

Ζευς – Ποσειδών – Απόλλων – Ερμής

Ο θεός που έφερε σχεδόν όλες τις παραπάνω εκφάνσεις / επιθετα ήταν ο Ζευς, ο φράτριος των Αθηναίων. Και ο αμέσως επόμενος, ο εννοσίγαιος και ενοσίχθων αδελφός του, Ποσειδών.

Καταιβασία σημαίνει κατάβαση, αλλά όταν αναφέρεται στον πληθυντικό αριθμό (οι καταιβασίες) σημαίνουν τους κεραυνούς, τις αστραπές.

Οι αρχαίοι Έλληνες πρόγονοί μας λάτρευαν με αυτό το επίθετο τρεις θεούς, για διαφορετικούς λόγους τον καθ’ έναν.

Ελάτρευαν τον Καταιβάτη Δία «από του καταβαίνειν τουτέστι καταπέμπειν τους κεραυνούς». Σχεδόν συνώνυμο το επίθετό του αυτό, με τα:

  • Καβάτας,
  • Κεραυνός / Κεραύνιος,
  • Υέτιος Ζευς (αυτός που φέρνει τις καταιγίδες),
  • Βρόμιος[3],
  • Βρονταίος, και
  • Νεφεληγερέτης (αυτός που κινεί και σείει τα νέφη).

«Ζευ Κρόνιε, σκηπτούχε, καταιβάτα, ομβριμόθυμε», διαβάζουμε στους ορφικούς ύμνους, την βάση του Δωδεκαθέου.[4] Ο Καταιβάτης Ζευς λατρευόταν σε πολλά σημεία βράχων, όπου είχε πέσει κεραυνός και είχε αφήσει τα σημάδια του (διοσημίες). Άλλωστε όλες οι θρησκείες, σε όλες τις εποχές, έως και σήμερα λατρεύουν τα σημεία που άγγιξαν (ή λένε πως άγγιξαν) οι θεοί τους. Φημισμένο ιερό του καταφερομένου Διός υπήρχε στην Ακρόπολι Αθηνών, όπου υπήρχε και άβατον προς τιμήν του (το λεγόμενο «άβατον Διός Καταιβάτου»). Επίσης στην Ακαδήμεια, πάλι των Αθηνών, όπου υπήρχε και λατρευτικός βωμός υπέρ αυτού. «Καταιβάτης Ζευς παρ’ Αθηναίοις, παρά το καταβιβάζειν τους κεραυνούς ή από του καταβαίνει δι’ έρωτα των χθονίων γυναικών».[5] Αυτός ο τελευταίος ήταν και ο λεγόμενος «κεραυνοβόλος έρωτας», που έμεινε έτσι να λέγεται έως τις ημέρες μας, αλλά με την έννοια του ταχύτατα εκδηλωμένου έρωτος, από την πρωτοαναφορά του στον μύθο του Διός με την Λήδα.[6]

  • Ο Καταιβάτης Ζευς ελατρεύετο ακόμη σε Ολυμπία, Θήρα, Μήλο, Πάρο, κ.α.
  • Ο Κεραύνιος Ζευς είχε βωμό στην Ολυμπία, ενώ λατρευόταν ακόμη σε ΘάσοΣαμοθράκη, Μυτιλήνη, Μήλο, Κάλυμνο, Πέργαμο, Πριήνη, Θυάτειρα, κ.α.
  • Ο Κεραυνοβόλος Ζευς λατρευόταν στην Τεγέα. Μάλιστα, στην Κύρρο της Συρίας είχαν κοπεί και αρχαία νομίσματα, της εποχής του Τραϊανού, που φέρουν παράσταση του συγκεκριμένου θεού, καθήμενου επί βράχου εντός ναού και κρατώντας κεραυνό και σκήπτρο. Το νόμισμα αυτό φέρει και την επιγραφή «ΔΙΟΣ ΚΑΤΑΙΒΑΤΟΥ ΚΥΡΗΣΤΩΝ».

Με σχετικό επίθετο λατρευόταν και ο θεός Απόλλων. Ως Καταιβάσιος λατρευόταν στην Θεσσαλία. Σε αυτόν προσέφεραν θυσίες για αίσια κατάβαση, δηλ. αίσια επιστροφή των ξενητεμένων στην πατρίδα τους. Φημισμένος ναός αυτού του θεού υπήρχε στις αρχαίες Παγασσές, λιμάνι του Παγασητικού, απ’ όπου κυρίως απέπλεαν οι Θεσσαλοί ναυτικοί. Κατά την τοπική παράδοση, ο Καταιβάσιος Απόλλων λατρευόταν με την μορφή ουρανοπετούς λίθου, ο οποίος δηλ. καταίβηκε (έπεσε) από τον ουρανό. Είναι απλή και πανάρχαια η λατρεία μετεωριτών, που οι άνθρωποι εκείνης της εποχής έπαιρναν για θεϊκό σημάδι και ως τέτοιο τους ελάτρευαν. Άλλοι πάλι σχετίζουν την λατρεία του θεού με την κατάβασή του ή την επιδημία / επιφανεια / θεοφανεια του εκεί. Η αρχαιοτάτη λατρεία του – η αρχική – σχετιζόταν με την προσφορά εκατόμβης ανδρών, δηλ. εκατό άνδρες προσέφεραν προς θυσία ζώα, για το κοινό καλό. Η επίκληση αυτή του Απόλλωνος θεωρείται ανάλογος προς την επίκλησή του ως Εμβάσιος, Εκβάσιος, κλπ.

Εκτός του Διός και του Απόλλωνος, το επίθετο Καταιβάτης έφερε και ο Ερμής[7]. Με αυτό ελατρεύετο στην πόλι των Αθηνών και της Ρόδου. Γιατί ο ψυχοπομπός Ερμής ήταν καταιβάτης, λέξις που υποδηλώνει και αυτόν που κατεβαίνει δια μέσου καταβόθρας υπό την γη.

Νομισμα της Ιθακης του 300 191 πΧ διαμετρου 18 χλστ βαρους 348 γραμμ Εικονιζει το κεφαλι του Οδυσσεως με φρυγικο πιλο προς τα δεξια και κεραυνο διοτι κεραυνους εξαπελυσε ο βασιλιας κατα των μνηστηρων
  • Τέλος, πολλά επίθετα θεών οι αρχαίοι τα έδιναν και ως επίθετα σε σπουδαίους άνδρες. Έτσι με το επίθετο Καταιβάτης ελάτρευαν και τον βασιλέα Δημήτριο Πολιορκητή, τον οποίο ετιμούσαν ως θεό εν Αθήναις![8] Μάλιστα βωμός υπέρ του βασιλέως αυτού ιδρύθη υπό των Αθηναίων, στο σημείο που κατέβη το πρώτον εκ του άρματός του, στην αθηναϊκή γη![9] Τέλος, και ο Μ. Αλέξανδρος απεικονίσθηκε ως Κεραυνοφόρος από τον Απελλή.
Ο Μεγας Αλεξανδρος κεραυνοφορος κρατα κεραυνους στα χερια του Αντιγραφο του 45 79 μΧ απο το πρωτοτυπο εργο του Απελλή ζωγραφισμενο το 334 πΧ στην εφεσ Τοιχογραφια στην Πομπηία Casa dei Vettii

Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς διαχώριζαν τους κεραυνούς σε έξι είδη (που αργότερα συνόψισαν σε πέντε[10])! Και αυτά ήταν:

  • Οι ψολόεντες. Ο ψολόεις κεραυνός είναι εκείνος που με την καύση του όλα τα ολύει. “Ζεὺς δ’ ἐπ Ἴδᾳ πυρφόρον πλᾶξε ψολόεντα κεραυνόν” (Ομ. N.10.71). ψόλος = αἰθάλη, καπνός, ἀσβόλη, ἐπιβωμίῳ ψόλῳ, φλοξ, ψόθος, σποδός. – βλ. Αἰσχύλ. αποσπ. 23, Σχόλ. εἰς Νικ. Θηρ. 288, Ησυχ.
  • Οι πυρόεντες ή πρηστήρες. Ο πρηστήρ και ο πυρόεις καταφέρουν το πνεύμα (τον άνεμο).
  • Οι σκηπτοί. Ο σκηπτός κεραυνός είναι εκείνος που εκπυρώνει και λεπταίνει το πυρώδες πνεύμα, και ο οποίος από λεπτότητα δεν φλέγει, αλλά μελαίνει.
  • Οι ελικίαι. Ο ελικίας κεραυνός είναι εκείνος που κάνει έλικες και συστροφές, και αντωθείται με την παχύτητα και την υγρότητα της πυκνότητος του αέρος.
  • Οι αργήτες (= αστραφτεροί ως το άργος = ασήμι) και
  • Οι καταιβάται. Ο καταιβάτης κεραυνός είναι εκείνος που εκπνεέι μετ’ εκπλήξεως και παύει τους μεγαλύτερους κομπασμούς. Με αυτόν τον κεραυνό έδειχνε τις απειλές του ο Ζευς. Αυτό που έμεινε να λέμε ως «κεραυνός εν αιθρία»[11]. Φυσικά όποιος ήταν καθαρός, δεν φοβόταν αυτές τις απειλές, εξ ου και η παροιμία «καθαρός ουρανός, αστραπές δεν φοβάται».

Μάλιστα είχαν παρατηρήσει πως οι μεν βάλλοντες φρύγουν και αποτεφρώνουν, οι δε περιφλύουν και αποσβολώνουν, δηλ. μελαίνουν, άλλοι δε ημιφλέκτους αφήνουν τους βεβλημένους!..[12]

Στην λαογραφία

Στην λαογραφία των αρχαίων, αναφέρεται πως η τιμωρία των επιόρκων θα ήταν να πέσει κεραυνός να τους κάψει. Κάτι που ισχύει ακόμη και σήμερα στην σύγχρονη λαογραφία των Ελλήνων. «Να πέσει φωτιά να με κάψει!» λέω, εάν θέλω να γίνω πιστευτός. Ο Αριστοφάνης, βέβαια, σατυρίζοντας τους πάντες και τα πάντα, αμφισβητεί αυτήν την τιμωρία, λέγοντας πως «εάν βάλλει τους επιόρκους ο κεραυνός, πώς δεν ενέπρησε τον Σίμωνα, τον Κλεώνυμο και τον Θέωρο;»

Ο άνθρωπος πάντα αισθανόταν δέος γι’ αυτό το φυσικό ουράνιο φαινόμενο. Και στην πρωτόγονη εποχή του αισθανόταν και φόβο. Για την προφύλαξη από τους κεραυνούς, οι αρχαίοι συνιστούσαν την σταύρωση νυχτερίδων προ των θυρών. Αλεξικέραυνο επίσης εθεωρούντο τα δέρματα της ύαινας, της φώκιας, του ιπποποτάμου, ο σίδηρος, τα καρφιά, τα κοράλλια, τα φύλλα της συκιάς, της δάφνης, κ.ά. Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν αλεξικέραυνα την κεφαλή του όνου, τους βότρυες λευκών σταφυλιών, κλπ.

Επί Αισχύλου δημιουργήθηκαν κεραυνοσκοπεία (ή βροντεία ή ηχεία), μηχανήματα αναπαραγωγής κρότου, όμοιου με αυτόν των κεραυνών, που ήταν αναγκαίος για την παράσταση.[13]

Ο φόβος της κεραυνοπληξίας δημιούργησε μια ειδική φοβία, την κεραυνοφοβία, που είναι τυπική ιδεοληπτική φοβία, καίτοι αδικαιολόγητος. Δεν αποκλείεται όμως να ελοχεύει βαθειά στην ψυχή του Έλληνος ως ενθύμηση πως η Σεμέλη απέθανε όταν αντίκρυσε τον κεραυνοφόρο Δία.[14] Παρατηρείται επί ψυχασθενείας, υστερίας, τοξικών καταστάσεων και, ιδίως, ως στίγμα εκφυλισμού. Θεραπεύεται με κατάλληλη θεραπεία.

Κεραυνογραφία

Από το 1689 δημιουργήθηκε ειδικός επιστημονικός κλάδος του ατμοσφαιρικού ηλεκτρισμού, η κεραυνογραφία, που ασχολείται με την μελέτη των αποτελεσμάτων και των επιδράσεων του κεραυνού.

Τα τελευταία χρόνια όλο και ανακαλύπτονται νέα είδη κεραυνών:

  • Το 1989 ανακαλύφθηκαν οι κεραυνοί-ξωτικά (spirites), οι οποίοι ξεκινούν από τα υψηλά στρώματα της ατμόσφαιρας και κινούνται έως και 50 χλμ. καθοδικά προς τα σύννεφα.
  • Την δεκαετία του 1990 ανακαλύφθηκε ένα άλλο είδος κεραυνών, οι «μπλε πίδακες» (blue jets), οι οποίοι εκτείνονται προς τα πάνω.
  • Τον Ιούλιο του 2002 ανακαλύφθηκε ένα νέο είδος κεραυνών, οι οποίοι ξεκινούν από τα σύννεφα και κατευθύνονται ανοδικά, προς την ιονόσφαιρα! Είχαν μήκος 100 χλμ., σχήμα διακλαδώσεων δένδρου, διαρκούσαν ολιγότερο από 1΄΄ και είναι πολύ δύσκολο να γίνουν αντιληπτοί δια γυμνού οφθαλμού. Η εμφάνισή τους συνοδευόταν από εκμπομπή ραδιοκυμάτων χαμηλής συχνότητος, η οποία, ίσως, δημιουργούσε παρεμβολές στις ραδιοεπικοινωνίες. Οι κεραυνοί αυτοί ανακαλύφθηκαν από Ταϋλανδούς επιστήμονες, από την ομάδα του δρ. Χαν-Τζονγκ Σου του Εθνικού Πανεπιστημίου Cheng Kung της Ταϊβάν, η οποία χρησιμοποίησε κάμερες υψηλής ευαισθησίας για να τους καταγράψει. Ενετοπίσθησαν δε, πάνω από τα σύννεφα, στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας.[15]

Η ανακάλυψη ενός νέου είδους κεραυνού είναι «σαν να ανακοινώνουν οι βιολόγοι, πως ανακάλυψαν νέο όργανο στο ανθρώπινο σώμα!», έχει δηλώσει ο δρ. Ο. Λάιονς, ειδικός στους κεραυνούς.

Στην μυθολογία

Οι κεραυνοί έχουν τιμητική θέση στις μυθολογίες των αρχαίων λαών. Αρχικώς στους αρχαίους Έλληνες ήταν αυθύπαρκτος θεότης. Ιδίως στην Κύπρο, λατρευόταν ζεύγος (δυαδική μορφή) ο Κεραύνιος και η Κεραυνία. Και αργότερα – ήδη από τους ορφικούς ύμνους, τον Όμηρο και τον Ησίοδο – η θεότης αυτή χάνει την αυθυπαρξία της και έγινε επίθετο στον Δία, θεότητα όλων των ουρανίων φαινομένων. Έγινε πλέον εξωτερικό φαινόμενο, που συμβολίζει θυμικές καταστάσεις του Διός, όπλο του και κυριώτερό του έμβλημα. Θεωρείται πλέον και αυτός ο κεραυνός πηγή του γήινου πυρός, που εδράζεται στα βάθη της γης.[16] Κατ’ άλλη παράδοση, κατασκευάσθηκε στα εργαστήρια του Ηφαίστου από τους Κύκλωπες[17] ή τους Γίγαντες και δόθηκε ως όπλο στον Δία. Και κάθε φορά που έριχνε έναν κεραυνό ο Ζευς, τον επανέφεραν στον ουρανό οι αετοί. Αλλά κάποτε ο Απόλλων εσκότωσε τους κατασκευαστές των κεραυνών του Διός. Ο Ζεύς εθύμωσε τότε πολύ και τιμώρησε αυστηρά τον Απόλλωνα: Τού επήρε το τόξο και τα βέλη, την λύρα, και όλη την ομορφιά του προσώπου του και του σώματός του. Έπειτα, τόν έντυσε με τα κουρέλια ενός ζητιάνου και, όπως τον έδιωξε από τον Όλυμπο, του είπε ότι για να ξαναπάρει την θεϊκή του μορφή και να τον αφήσει να επιστρέψει στον Όλυμπο, θα πρέπει πρώτα να εργασθεί ως σκλάβος σε κάποιον θνητό για έναν χρόνο. Έτσι ο Απόλλων κουρελής κατέφυγε στις Φέρρες της Θεσσαλίας, με την γνωστή συνέχεια στην αυλή του Αδμήτου…

  • Στους Ασσύριους ο θεός των κεραυνών ετιμάτο με το όνομα Μπιν. Ασσύριοι και Χαλδαίοι παρίσταναν τον κεραυνό με μορφή τρίαινας με μακρά λαβή, ή τριών διασταυρούμενων φλογών, που σχημάτιζαν αστέρι, ή διπλής τρίαινας με κοινή λαβή. Στους Φοίνικες με το όνομα Ρεσέπ-Μπιν ή Κιν. Στους Βαβυλωνίους ο Άνταντ, θεός της βροχής και του κεραυνού. Στους Αιγύπτιους ως Ρεσπού. Από τους αρχαίους Έλληνες έλαβαν την θεότητα αυτή και οι Ρωμαίοι και έφτιαξαν τον Jupiter Fulgor, τον Jupiter Fulmen, κ.ά.

Έλληνες και Ρωμαίοι εξεικόνισαν τον κεραυνό, με την μορφή:

  • πτεροφόρου βέλους,
  • καιομένου τριβόλου < τρίβολος / τριβελής = ὁ ἔχων τρεῖς αἰχμὰς ἢ ἀκωκάς
  • υπέρου (κόπανου),
  • απλής ή διπλής δαδός, κλπ.

Αρχικώς ήταν κατ’ εξοχήν σύμβολο του Διός. Από την αλεξανδρινή εποχή και μετά κατέστη έμβλημα και διαφόρων βασιλέων και αυτοκρατόρων.[18]

Ο κεραυνός λογίζεται ως θεϊκό δημιούργημα και όπλο και σε μυθολογίες άλλων λαών. Οι Βίκινγκς, λ.χ. θεωρούσαν πως ο κεραυνός δημιουργείται κάθε που ο θεός τους, Θωρ, κτυπούσε το σφυρί του πάνω σε σιδερένιο αμόνι…

Στην μαντική

Στην μαντική, ο κεραυνός εθεωρείτο καλό σημάδι δια το τυχόν μελετώμενο σχέδιο. Το εκλάμβαναν ως «εκδέξιο σήμα», δηλ. φαινόμενο εμφανιζόμενο δεξιά του μαντευομένου. Με κεραυνό επιδοκίμασε ο Ζευς το άγαλμά του, μόλις το κατασκεύασε ο Φειδίας στην Ολυμπία. Εκτός αυτού του αγάλματος, την Ολυμπία στόλιζε και χάλκινος ανδριάντας του Διός, ο οποίος με το ένα χέρι κρατούσε κεραυνό και με το άλλο αετό, έργο του Αιγινήτου, γλύπτου και αγαλματοποιού Αριστόνοου, δώρο των Μεταποντίων. Επίσης, ο κεραυνός θεωρήθηκε πολλάκις επιδοκιμαστική εκδήλωση του Διός για την ίδρυση πλείστων πόλεων. Οι υπό κεραυνού θιγόμενοι, επιζώντες ή νεκροί, θεωρούνταν ευνοούμενοι του Διός. Τα πτώματά των ετιμώντο ως ιερά και τους συνόδευε λατρεία.

Κεραυνόπληκτοι

  • Οι Φλεγύες αφανίσθησαν υπό σεισμών και κεραυνών, διότι εσύλησαν τον εν Δελφοίς ναό του Απόλλωνος.
  • Κεραυνόπληκτος έπεσε και ο Διόνυσος και η Σεμέλη επήγε και τον θήλασε, με συνέπεια η Ήρα να μισήσει την αδελφή της, Ινώ.
  • Και ο Ασωπός, που έψαχνε να βρει την Θήβη, την οποία είχε αρπάξει ο Ζευς κι ο Σίσυφος του το εμαρτύρησε. Τότε ο Ασωπός κυνήγησε τον Δία, αλλά ο τελευταίος τον κεραυνοβόλησε και τον περιόρισε στα όριά του! Με τις πληγές που απέκτησε έκτοτε ο ποταμός, κινείται αργά. Ενώ ακόμη στην κοίτη του μπορεί να δει κανείς κομμάτια από κάρβουνο![19]
  • Και ο Φαέθων που σκοτώθηκε από κεραυνό του Διός και το πτώμα του έπεσε στον Ηριδανό ποταμό.
  • Και ο 6ος βασιλεύς της Αττικής Ερεχθεύς, διότι εφόνευσε τον Εύμολπο, τον υιό του Ποσειδώνος.
  • Και ο Ίδας, διότι εφόνευσε τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη.
  • Και ο Καπανεύς του Ιππονόου, εις των Επτά επί Θήβας, ενώ ανέβαινε στα τείχη ίνα ενεπρήσσει την πόλη.
  • Και ο Μενοίτιος του Ιαπετού, αδελφός του Προμηθέως.
  • Και ο Σαλμωνεύς[20], κεραυνωθείς ρίφθηκε στον Τάρταρο.
Ο Σαλμωνευς προκαλει τον Δια Κοιτά προς τον ουρανο Ετοιμάζεται να ρίξει ομοιωμα κεραυνου με το δεξι χερι Με το αριστερο κρατά απειλητικά ξιφος Αριστερά η Νικη τρέχει να φύγει Δεξιά η κόρη του Τηρω φεύγει κι αυτή μακριά Λεπτομέρεια από ερυθρόμορφο κρατήρα του 460 πΧ στο Ινστιτούτο Τέχνης Σικάγο ΗΠΑ
  • Επίσης, κατακεραυνώνονταν από τον θεό, όσοι προσέφεραν σε θυσία κρέατα ανθρώπων, ακόμη και εάν η θυσία αφορούσε τον Δία! Έτσι κατακεραυνώθηκαν οι υιοί του Λυκάονος, Αλίφηρος, Βουκολίων, Γενέτωρ, Ευαίμων, Εύμητος, Κάνηθος, Καρτέρων, Καύκων και Στύμφαλος – πλην του Νυκτίμου, τον οποίο έσωσε η Γαία, αφού εδεήθη στον Δία.[21]
  • Όταν απέθανε ο σπουδαίος αθλητής της πυγμαχίας Εύθυμος από τους Λοκρούς της Σικελίας δεν ετελεύτησε, αλλά έγινε αφανής… Την ημέρα μάλιστα που «εγένετο αφανής», τα αγάλματά του, στην Ολυμπία και την πατρίδα του, κατακεραυνώθηκαν…[22]
Νομισμα στατηρ Ηλιδος FA με κεραυνο 421 365 πΧ Ασημενιο διάμετρος 23 χλστ βάρος 1224 γραμμ Βερολίνο Münzkabinett der Staatlichen Museen Μουσείο Άλτε
  • Ο δε Τιτυός[23] επέπεσε κάποτε κατά της Λητούς, όταν αυτή μετέβαινε από τον Πανοπέα στους Δελφούς, και γι’ αυτό εκεραυνώθη κι αυτός υπό του Διός[24] και κατεδικάσθη στον Άδη να μένει αιωνίως ύπτιος και δύο γύπες να κατατρώγουν το ήπαρ αυτού.
  • Ακόμη, ο επικούρειος φιλόσοφος Ερμόδωρος[25]. Και ο Τύλλος Οστίλιος (671 – 640 π.Χ.), ο 3ος από τους 7 βασιλείς της αρχαίας Ρώμης, απέθανε καθώς κεραυνοβολήθηκε την ώρα που θυσίαζε στον Δία! Κι είπαν τότε, πως ο θεός ενοχλήθηκε από τις παραλείψεις του. Τέλος, ο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Αναστάσιος, εσυνάντησε τον θάνατο πάνω στην μάχη, από… κεραυνό!

Πολλάκις αναφέρεται πως οι κατακεραυνωμένοι ετιμωρούντο να είναι θαμμένοι υπό το βάρος ορέων (όπως της Αίτνας), οι ηφαιστειακές εκρήξεις των οποίων είναι εκτοξεύσεις του κεραυνού που εδέχθησαν…

Το ίδιο ιεροί θεωρούνταν και οι «κεραυνοπλήγες» τόποι (τα εμβροντεία ή κεραυνοβόλια). Εθεωρούντο ενηλύσιοι και μεταβάλλονταν σε άδυτα, άβατα, ή άψαυστα, ιερά του Διός. Ένα τέτοιο περίφημο ήταν το Ιερόν του Οινομάου στην Ολυμπία. Είναι γνωστό άραγε πως οι κεραυνοί έχουν μια «προτίμηση» σε κάποιους τόπους, γιατί έλκονται από κάποια υλικά (μεταλλεία, ορυχεία, κλπ.).

Ευρετής της κεραυνομαντείας εθεωρείτο ο Τάγης, ο οποίος απεκάλυψε στον Τάρχωνα τα “libri fulgurali” («κεραυνοσκοπικά βιβλία»), στα οποία οι ερωτήσεις είναι γραμμένες στην αρχαιοτάτη λατινική, οι δε απαντήσεις στην αρχαιοτάτη ετρουσκική.

Μεγαλυτέρα αξία είχαν λάβει τα κεραυνόπληκτα μαντεία και οι θρησκευτικές δοξασίες που τα ακολουθούσαν στην Ιταλία, ειδικά από τους Ετρούσκους, τους επιγόνους των Τρώων. Υπήρχαν ειδικές μαντικές σχολές σε Καιρέα, Τούσκλο, Φαλερία, κ.α. Από τους Ετρούσκους εμορφώθησαν ίδιοι μάντες οι κεραυνοσκόποι (fulguratores). Η μάντευσή τους περιελάμβανε τρία στάδια:

  1. Την παρατήρηση του φαινομένου (consultation, exploratio)
  2. Την ερμηνεία (interpretatio) και
  3. Τις ικετήριους τελετές (exoratio).[26]

Αυτά τα τρία στάδια είχαν άπειρες υποδιαιρέσεις και σώζονται μακροσκελέστατοι κατάλογοι όρων, οι οποίοι παραμένουν στο μεγαλύτερο μέρος τους ανερμήνευτοι! Οι κεραυνοσκόποι της Ετρουρίας εμάντευαν επίσης και επί κεραυνοπλήκτων πτωμάτων.

Στην μετεωρολογία

Παρατηρώντας τους κεραυνούς, ο λαός μας έχει οδηγηθεί σε κάποια συμπεράσματα, που τα έχει συμπυκνώσει σε λιανόστιχα, εν είδει παροιμίας, για να μπορέσουν να απομνημονευθούν και να διατηρηθούν. Αυτές οι απλές συμβουλές είχαν μεγάλη αξία παλαιότερα για τους γεωργούς, τους κτηνοτρόφους, αλλά κυρίως τους ναυτικούς. Έτσι, λοιπόν, οι παλιοί έλεγαν:

  • Εάν μέσα στο πέλαγος αστράφτει σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, έρχεται βροχή και δυνατός άνεμος.
  • Άστραψε και βρόντηξε και δεν εβόρρισε, καθαρός ο Νότος. (Εάν μετά τις αστραπές δεν φυσήξει βοριάς, ο Νότος είναι καθαρός κι έρχονται νοτιάδες – ο Νότος είναι συνδεδεμένος με την βροχή).
  • Εάν αστράφτει αποβραδίς χωρίς βροντές, την επομένη έρχονται βροχές.
  • Όταν αστράφτει και βροντά, σύγκλιση[27] μη φοβάσαι.
  • Αστραπές στον Νότο και ψηλά στον ουρανό, προμηνύουν βροχή.
  • Αστραπές στα βόρεια με νοτιά, προμηνύουν βελτίωση του καιρού.
  • Αστραπές το φθινόπωρο στα βόρεια, προμηνύουν βροχή.
  • Αστραπές το καλοκαίρι στα δυτικά, προμηνύουν βροχή ή δυτικό άνεμο.
  • Ας είν’ η Δύση καθαρή, κι η Ανατολή ας αστράφτει…
  • Απ’ εκεί π’ αστράφτει, απ’ εκεί θα ’ρθεί βροχή.

Για τους γεωργούς:

  • Αστραπή περνά στο κάστρο, βάλε το υνί στο τράστο[28] (για να μην τραβήξει το μέταλλο κεραυνό).

Για τους κτηνοτρόφους:

  • Αστραπόβροντο ν’ ακούσεις, τα πουλιά σου μην τ’ αφήσεις.
  • Αστραπόβροντο ν’ ακούεις, και τ’ αυγά σου να πλακώνεις.

Σχέση βροντής-βροχής:

  • Βαθειά βροντή-γοργό νερό.
  • Κουφή βροντή-κοντά βροχή.
  • Μακριά βροντή-κοντά βροχή (ή ταχειά βροχή).
  • Βροντή κάνει-βροχή πιάνει, ή βρόντα-βρόντα να βρέξει θέλει, ή μετά την βροντή έρχεται κι η βροχή.
  • Έβρεξε και δεν βρόντηξε, πάλι καινούργιος Νότος (δηλ. θα ξαναβρέξει).
  • Σαν βροντήσει και δεν βορρίσει, καινούργιος Νότος θε να φυσήξει, ή σαν βροντήσει και δεν βορρίσει, γνώριζε και Νότος είναι (δηλ. θα επακολουθήσουν βροχές).
  • Βροντές πρωινές τον χειμώνα, προμηνύουν άνεμο, μάλλον, παρά βροχή.
  • Βροντές μεσημεριάτικες κι απογευματινές το καλοκαίρι, προμηνύουν βροχή.

Τέλος, στην μετεωρολογία, καταιβατός λέγεται ο άνεμος που κατεβαίνει από πλαγιά.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης απόσπασμα από το «Λεξικο παραδόσεων». Δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του Γ. Λεκάκη «Αρχαία και σύγχρονα ναυάγια των ελληνικών θαλασσών και η λαογραφία της θάλασσας», 2009. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.1.2010.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλ. σχ. Ευρ. «Τρωάδαι» (seqq. vv. 78–81) και σχολ. Λυκόφρονος.

[2] Βλ. σχ. «Ονομαστικό» του Ιουλ. Pollux.

[3] επίθετόν του Διος, ένεκα του κρότου των βροντών και των κεραυνών μεθ’ ων ήλθε προς την Σεμέλη, όταν αύτη ήτο έγκυος. Γι’ αυτό το επίθετο αυτό εσυνόδευε μετά και τον Διόνυσο.

[4] Βλ. σχ. Ύμνος Διός, 15.

[5] Βλ. σχ. ΣΟΥΔΑΣ, σχολ. Αριστοφάνη.

[6] Και πέρασε και στην λαογραφία κι άλλων λαών, κυρίως αυτών που ήλθαν κοντά σε μας, όπως των Τούρκων, οι οποίοι επίσης λένε εν είδει παροιμίας: «Yıldırım aşkı».

[7] Βλ. σχ. σχολ. Αριστοφάνους («Ειρ.», 650).

[8] Βλ. σχ. Πλούτ. «Δημ.», 10.

[9] Τέτοια τιμητική προσωνυμία, να συνδυάζει την ορμητικότητα του στρατηλάτη ή του ηγέτη με κεραυνό, έλαβε αργότερα και ο Βαγιαζήτ Α΄.

[10] Βλ. σχ. σχολ. Αισχύλου, όπου ο σχολιαστής δεν συμπερλαμβάνει τους αργήτες κεαρυνούς.

[11] Από εμάς την έφραση επήραν και οι Τούρκοι και λένε κι αυτοί εν είδει παροιμίας «Birden bire ortaya çıkan, ani gelişen».

[12] Ετυμολ. Symeonis.

[13] Όπως λ.χ. στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου, τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλέους, τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, κ.ά. Τα μηχανήματα αυτά περιγράφει με λεπτομέρειες ο μαθηματικός και μηχανικός Ήρων ο Αλεξανδρεύς.

[14] Μάλιστα τραγικός ποιητής εξ Αλεξανδρείας Σπίνθαρος, σύγχρονος του Αριστοφάνους, κωμωδούμενος υπό των κωμικών ποιητών, έγραψε δύο δράματα, το ένα εκ των οποίων πραγματεύεται αυτόν τον μύθο, υπό τον τίτλο «Σεμέλη κεραυνουμένη».

[15] Η ανακοίνωση αυτή δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό “Nature”, μόλις τον Μάρτιο του 2005.

[16] Βλ. σχ. Ησίοδο.

[17] Γι’ αυτό λέγονταν και «οι τέκτονες του κεραυνού».

[18] Λ.χ. του Πτολεμαίου του Κεραυνού.

[19] Ο μύθος μαρτυρά τα ηφαιστειακά πετρώματα της Βοιωτίας, που βρίσκουν διαφυγή δια μέσου του ποταμού Ασωπού.

[20] Υιός του Αιόλου και της Εναρέτης, αδελφός του Σισύφου και πατήρ της περιφήμου Τυρούς.

[21] Κατά μία παράδοση, τότε κατακεραυνώθηκε και ο πατήρ τους, Λυκάων.

[22] Βλ. σχ. Αιλιανός («Ποικ. Ιστ.», α,18), Θουκυδίδης (γ,103), Παυσανίας (6,6,4-11), Στράβων (6,255).

[23] Υιός της Γαίας ή του Διός και της Ελάρας, θυγατρός του Ορχομενού, φοβερός Γίγας, ζων εν Ευβοία, πατήρ της Ευρώπης.

[24] Κατ’ άλλους κατετοξεύθη υπό της Αρτέμιδος.

[25] σύγχρονος του Λουκιανού.

[26] Βλ. σχ. Σενέκα, Καικίνα.

[27] σύγκλιση, η = βροχή.

[28] τράστο, το = σακκούλι.

arxeion-politismou.gr

Διαβάστε επίσης:



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου